Ένας άλλος Θεόδωρος

67
Ανακαλύψτε: « H Νέα Αυθεντική Συλλογή Κοσμημάτων από την Κωνσταντινούπολη »

Καθόταν στην γωνία του δρόμου, πάνω στο πεζοδρόμιο σε ένα χειροκίνητο αμαξίδιο. Τον είχα δει δυο τρεις φορές στο ίδιο σημείο. Πρόσφατα είχε έρθει στην γειτονιά. Μετά που έκλεισε το καφέ στο σημείο-πέρασμα, στην διασταύρωση της κεντρικής λεωφόρου με μια κάθετη μικρότερη λεωφόρο, εγκαταστάθηκε εκεί.

Το σημείο κομβικό, και δεν ενοχλούσε κανέναν, αφού και το μαγαζί πίσω του είναι άδειο. Συνήθως προσπερνούσα βιαστικός. Από το σημείο εκείνο περνώ για να πάω στην στάση του λεωφορείου που παίρνω για την δουλειά μου.

Ήταν βέβαια και ένας άλλος λόγος που άνοιγα το βήμα όποτε πλησίαζα. Ήθελα να φύγω πιο γρήγορα και απέφευγα να τον κοιτάξω. Όχι γιατί έχω κάποιο πρόβλημα με την κινητική του αναπηρία, αλλά γιατί φανταζόμουν πως για να είναι στημένος εκεί θα ζητιανεύει, και το έχω αρχή, καλώς ή κακώς, να μην ανταποκρίνομαι στην ζητιανιά, στους επαγγελματίες ζητιάνους.

Δεν αντέχω τα μακρόσυρτα παρακάλια, το μισοκακόμοιρο ύφος, την κίνηση με το χέρι μπροστά, το μονίμως βουρκωμένο βλέμμα, τα Allah razi olsun, την μόνιμη επίκληση του Θεού, την επιμονή, τον συναισθηματικό εκβιασμό. Ίσως γιατί έτσι έχω μεγαλώσει από μικρός. Να αντιμετωπίζω την ζητιανιά αυτού του είδους ως μια κακή συνήθεια, στην οποία αν ανταποκριθείς μάλλον κακό θα κάνεις παρά καλό…

Σήμερα η διαδρομή μου άλλαξε ελαφρώς. Πριν περάσω από το γνωστό σημείο πήγα στην τράπεζα να πάρω χρήματα. Περνώντας από τα φανάρια τον δρόμο για να βρεθώ προς την κατεύθυνση του λεωφορείου τον είχα ακριβώς απέναντί μου και έτσι, αναγκαστικά, τον έβλεπα συνέχεια καθώς διέσχιζα τον δρόμο.

Πλησιάζοντας πρόσεξα η καρέκλα δεν ήταν ανοιχτή, αλλά έκλεινε με μία κατασκευή που δημιουργούσε κάτι σαν ένα τραπεζάκι μπροστά του, κάπως σαν τα παιδικά καθίσματα δηλαδή, το οποίο ήταν λίγο βαθύ και ήταν γεμάτο με πράγματα. Ο ίδιος μια ευγενική ήρεμη φυσιογνωμία με γκρίζα περιποιημένη γενειάδα. Τα ρούχα του φαινόταν καθαρά κα όμορφα.

Μπεζ πουκάμισο με μαύρο πουλόβερ σε βε και ένα δερμάτινο μπουφάν. Το παντελόνι στα πόδια του ήταν μαζεμένο προς τα μέσα κάπως σαν ραμμένο. Δεν μπορούσα να καταλάβω από πού είναι κομμένα τα πόδια του. Πήρα γρήγορα το αδιάκριτο βλέμμα μου. Μπροστά του στεκόταν ένας περαστικός και του μιλούσε, ενώ φαινόταν να παίρνει κάτι από το τραπεζάκι.
Κατάλαβα τι συμβαίνει και το στομάχι μου σφίχτηκε.

Ο πενηντάρης άντρας στο καροτσάκι δεν ήταν ζητιάνος. Ήταν ένας περιποιημένος κύριος που προσπαθούσε να βγάλει ένα μικρό μεροκάματο πουλώντας την φτωχή πραμάτεια του. Χαρτομάντιλα, αναπτήρες, μολύβια και στυλό. Από ό,τι έμαθα μετά ρωτώντας, λόγω αναπηρίας έχει πάρει άδεια για αυτό ατελώς και είναι απολύτως νόμιμος. Ένιωσα άσχημα για όλα τα στερεότυπα που είχα αφήσει να σχηματιστούν στο μυαλό μου, χωρίς να ξέρω τίποτα για τον άνθρωπο.

Πλησίασα και πήρα ένα πακέτο χαρτομάντηλα. «Πόσο έχει;», τον ρωτάω; «Μία λίρα.» Κάνω να του δώσω αλλά συνειδητοποιώ πως δεν έχω καθόλου ψιλά πέρα από αυτά που πήρα από το μηχάνημα. Δεν μπορώ να του δώσω πεντηντάρικο για μία λίρα, ντρέπομαι να το αφήσω και πίσω. Καταλαβαίνει την κατάσταση και γυρίζει και μου λέει ήρεμα με τον πιο φυσικό τρόπο
«Δεν πείραζει, πάρε το τώρα, και με πληρώνεις μια άλλη μέρα»
Έμεινα άφωνος… «Μα…» ψέλλισα. «Κάθε μέρα από εδώ περνάς, αφού σε βλέπω. Στην δουλειά σου δεν πάς; Αύριο που θα περάσεις μου το δίνεις» Είχα καταπιεί την γλώσσα μου. Το βλέμμα του καθαρό και επίμονο. Έβαλα το πακέτο στο χέρι μου, ψιθύρισα ένα ευχαριστώ και έφυγα ανοίγοντας το βήμα μου.

Το απόγευμα γύριζα στο σπίτι γύρω στις 5, νωρίς για μένα, αλλά σκοπίμως. Περνώντας από την ίδια γωνία τον είδα να κάθεται ακόμα στην ίδια θέση. Τον πλησίασα , καλησπέρισα και του έδωσα τη λίρα που του χρωστούσα από το πρωί. Τον ευχαρίστησα δυνατά και καθαρά αυτή τη φορά. «Ακόμα εδώ;» ρωτάω; «Akşam oldu. Άργησα λίγο σήμερα.» «Μα σε περίμενα», συμπληρώνει και ένα χαμόγελο φωτίζει το πρόσωπό του. Ανταποδίδω αυθόρμητα και, “Yanni ben” εγώ, “Feyzullah” απαντά. Memnun oldum. «Χαίρω πολύ, Γιάννη μπέυ. Καλό σας απόγευμα.» «Καλό απόγευμα Feyzullah μπέι. Ευχαριστώ πολύ. Θα τα πούμε» «Görüşmek üzere»

Γυρίζοντας έψαξα το παράξενο όνομα με την αραβική ρίζα και τη σημασία του. Feyzullah =Allah’ın feyzi, bereketi., το δώρο το μπερεκέτι του Θεού, δηλαδή. Σα να λέμε Θεόδωρος σκέφτομαι. Ένας άλλος Θεόδωρος.

————————————————————————–

Γιάννης Γιγουρτσής

Γιάννης Γιγουρτσής

Φιλόλογος, ερευνητής. Ζει και εργάζεται στην Κωνσταντινούπολη.
Γιάννης Γιγουρτσής