Εδώ Κωνσταντινούπολη: Ζώντας δύο χρόνια στην Πόλη

2351
Ανακαλύψτε: « H Νέα Αυθεντική Συλλογή Κοσμημάτων από την Κωνσταντινούπολη »

Όπως γίνεται ίσως αντιληπτό κι από τον τίτλο, το κείμενο αυτό θα είναι αυτοαναφορικό. Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν ήταν μονάχα η κρίση που με έσπρωξε να μεταναστεύσω για δεύτερη φορά στη ζωή μου (η πρώτη ήταν για σπουδές στη Μ. Βρετανία).

Με έσπρωξαν οι νοοτροπίες, οι δυναμικές που άρχισαν να αναπτύσσονται από το καλοκαίρι του 2012 κι έπειτα, αυτό το γενικό μούδιασμα και η ατολμία που με περιέβαλλε στην καθημερινότητά μου, η οποία πιθανώς καλυπτόταν κάτω από το πέπλο της ευημερίας άλλων εποχών.

Πάντοτε θεωρούσα ότι η απουσία οράματος σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής είναι το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να συμβεί κι όταν αυτό το βιώνεις πολλαπλά τότε πρέπει να προσπαθείς να το αλλάξεις. Όταν αυτό δεν αλλάζει αλλά επιμένει και ανθίσταται, τότε ο μόνος δρόμος είναι να πάρεις τις αποφάσεις σου και να τις ακολουθήσεις, συνήθως με αρκετά μεγάλο συναισθηματικό κόστος αλλά τουλάχιστον με καθαρή τη συνείδηση πως προσπάθησες να αλλάξεις κάτι.

Η αποτυχία αλλαγής νοοτροπιών που μας διακατέχουν χρόνια δεν είναι κάτι εύκολο. Ο χρόνος μόνο δείχνει αν αυτό που αποφάσισες να κάνεις ήταν το σωστό. Τουλάχιστον όμως ήταν η δική μου απόφαση οπότε δέχομαι να επωμιστώ και τις συνέπειες ή τα ευεργετήματα.

Αποφάσισα να μεταναστεύσω στην Πόλη και να γίνω «νεοπολίτης» έπειτα από την επαγγελματική πρόταση που δέχθηκα κι αφού είχα κάνει διάφορες αιτήσεις την ίδια εποχή. Δεν είχα επισκεφθεί ποτέ την Κωνσταντινούπολη πριν από τη μετοίκησή μου εδώ.

Η Πόλη ήταν για μένα εκείνο το μυθικό μέρος όπου είχε γεννηθεί ο προπάππος μου, ο Σίμος, τον οποίο πρόλαβα και τον θυμάμαι να μου λέει ιστορίες όντας σε προχωρημένη ηλικία, αλλά με πλήρη διαύγεια. Δεν αρνούμαι ότι υπήρχε και μια ρομαντική χροιά σε όλο αυτό: επέστρεφα στην πατρογονική πόλη, στο μέρος απ’ όπου κρατούσε η σκούφια μου. Πάντα είναι ωραίο να πασπαλίζεις με μια δόση νοσταλγίας την πραγματικότητα.

Να μιλήσω για τη δουλειά μου φοβάμαι ότι δεν θα είχε πάρα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, αρκεί μονάχα να αναφέρω ότι όπως όλες οι δουλειές έχει τα καλά της και τα κακά της και τα καλά συνεχίζουν να υπερισχύουν, οπότε δεν αισθάνομαι άβολα στο να παραμένω εκεί. Το υπέρμετρα θετικό φυσικά είναι ότι δεν έχει τύχει ακόμη να έρθει να με βγάλει κάποιος αρειμάνιος νεολαίος με το ζόρι από την αίθουσα όπου διδάσκω ή από το γραφείο μου ή να χτίσει την πόρτα της βιβλιοθήκης που διευθύνω.

Η Πόλη είναι μια πραγματική, μια αληθινή μεγαλούπολη που παίζει με τα νεύρα σου, με την υπομονή σου, αλλά ταυτόχρονα σε αποζημιώνει. Ακούω διάφορους φίλους να λένε πόσο όμορφη είναι. Δε νομίζω να την έχω θεωρήσει ούτε για μια στιγμή όμορφη (φυσικά, έχει πολλά όμορφα σημεία).

Είναι όμως κάτι σημαντικότερο: είναι γοητευτική και αντιλαμβάνεσαι τη μοναδικότητά της κάθε δευτερόλεπτο, ακόμη κι αυτή τη στιγμή που βρίσκομαι σε ένα καφέ στο Τζιχανγκίρι (όπως το λένε εδώ οι Ρωμιοί) και γράφω αυτό το κείμενο κι ακούω τον μουεζίνη από το απέναντι τζαμί ενώ νωρίτερα είχα ακούσει τις καμπάνες της Αγίας Τριάδας του Τακσίμ όπως κατέβαινα προς τα εδώ, κι ας μην είμαι ούτε στο ελάχιστο θρησκευόμενος.

Ζω σε μια χώρα όπου οι δημοκρατικές ελευθερίες δοκιμάζονται καθημερινά, όπου τα όρια «τεντώνονται» επικίνδυνα και κινδυνεύουν κάποιες στιγμές να σπάσουν. Είχα την ενδιαφέρουσα τύχη να ζήσω τα γεγονότα στο Πάρκο Γκεζί, να δω να μας κλείνουν το twitter κι άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να βγαίνουν χιλιάδες σκάνδαλα αλλά ο κόσμος να συνεχίζει να ψηφίζει με τον ίδιο τρόπο. Και την ίδια στιγμή να διαβάζω στην Ελλάδα για την έλλειψη δημοκρατίας και την υποτιθέμενη «κατοχή» και να αισθάνομαι ότι κάτι δεν αντιλαμβάνομαι σωστά.

Η ρητορεία όμως πάντοτε προέρχεται από εκείνους που είτε δεν έχουν μέτρο σύγκρισης είτε επιθυμούν ηθελημένα να διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα για ίδιο όφελος. Οι πρώτοι αντιδρούν έτσι από άγνοια και ελαφρότητα, οι δεύτεροι από ωφελιμισμό. Αξίζει κανείς να δει τι σημαίνει αγώνας για στοιχειώδη δικαιώματα έκφρασης γνώμης και ελευθερίας του λόγου και πώς τον διεξάγουν κάποιοι.

Ταυτόχρονα όμως ζω και σε μια χώρα που με τα χιλιάδες στραβά της προσπαθεί να αναπτυχθεί, οι άνθρωποι στην πλειονότητά τους είναι καλοί και συνεργάσιμοι, πολλοί δε εξ αυτών θέλουν να μετεξελιχθούν σε κάτι διαφορετικό από το μοντέλο του «ήπιου ισλαμισμού» που προσπαθεί να εισαχθεί με πλάγιους τρόπους.

Ναι, σε καμία περίπτωση δεν είναι η πλειονότητα του πληθυσμού αλλά πολλοί από αυτούς είναι άνθρωποι που μοχθούν και μπορούν να κάνουν θαύματα. Άλλωστε οι αλλαγές γίνονται από λίγους και οι άλλοι ακολουθούν αργά ή γρήγορα. Το θέμα είναι οι αλλαγές να είναι στη σωστή κατεύθυνση.

Δεν ξέρω αν του χρόνου τέτοια εποχή θα ζω ακόμη στην Πόλη, κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι του επιφυλάσσει το μέλλον και πώς αλλάζει η ζωή.

Ξέρω όμως ότι, όπου κι αν είμαι, η Πόλη θα παραμείνει μια σταθερά για μένα, ένα μικρό «παράσημο» στη ζωή μου το οποίο θα επιδεικνύω με χαρά και υπερηφάνεια αργότερα. Η Πόλη των ονείρων μάλλον δεν υπάρχει, ούτε αυτή των παραμυθιών, υπάρχει όμως η Πόλη όλων εκείνων που την έχουν ονειρευτεί ως τη μία και μοναδική τους πατρίδα – κι αυτό δεν είναι λίγο.

 

του Αλέξανδρου Χαρκιολάκη

*Ο Αλέξανδρος Χαρκιολάκης είναι μουσικολόγος, διευθυντής της Μουσικής Βιβλιοθήκης Erol Ucer και λέκτορας στο MIAM – Istanbul Technical University.

 

protagon.gr