Ελπίδες και απογοητεύσεις μετά την Άλωση – Συρρίκνωση του ελληνικού στοιχείου

140

Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης άρχισε ένας αγώνας ώστε η ελληνική υπόθεση να κρατηθεί ζωντανή και ο ελληνισμός να μην αφανιστεί, αφομοιωθεί και τελικώς λησμονηθεί μέσα στις υπόλοιπες κατακτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αφιέρωμα: 1821-2021

Σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι Έλληνες λόγιοι που κατέφυγαν στη Δύση και από εκεί, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος και συμμάχους, κατάφεραν, μέσα από τη διάδοση των αρχαιοελληνικών κειμένων, να κρατήσουν ζωντανή την ιδέα του ελληνισμού και να δημιουργήσουν τις βάσεις του φιλελληνικού κινήματος στην Ευρώπη.
Μετά την επικράτηση των Οθωμανών, όταν το ελληνικό έθνος έχασε το μέγιστο αγαθό της ελευθερίας και την αυτονομία του στον ιστορικό του χώρο, αυτό που του έμενε τελικά να περισώσει ήταν η εσωτερική του ελευθερία και συνοχή, η ομαδική και εθνική του συσπείρωση, πράγματα που ξεκινούσαν από το κάθε ελληνικό σπίτι και εξαπλώνονταν στη συγγενική όσο και τοπική κοινωνία.

Οι συνθήκες που διαμόρφωσαν τον ελληνικό χώρο μετά το 1453 
Μέσα στο πρώτο κύμα απογοήτευσης μετά την Άλωση φάνηκαν να καλλιεργούνται μερικές ελπίδες, προσβλέποντας σε μια σταυροφορία για την ανάκτηση των χριστιανικών κτήσεων. Ωστόσο, εννέα μήνες μετά την Άλωση, τον Απρίλιο του 1454, οι Βενετοί φρόντισαν να κατοχυρώσουν τα εμπορικά τους προνόμια στην ελληνική Ανατολή υπογράφοντας στις 18 Απριλίου 1454 συνθήκη ειρήνης με τον Μεχμέτ Β΄.

Πρόκειται για τη Συνθήκη της Νάξου ή Συνθήκη Ειρήνης, όπως ονομάστηκε, και είναι η πρώτη συνθήκη που αφορούσε ελλαδικό χώρο. Σε αυτή παραχωρήθηκε η νήσος Νάξος στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Πολλοί θεωρούν πως αυτό το γεγονός υπήρξε η αφορμή για να επισπευσθεί την άνοιξη και το καλοκαίρι του ίδιου έτους η σύσταση και η εμφάνιση στην Κρήτη, στην περιοχή Ρεθύμνου και Χανίων, μίας συνωμοτικής οργάνωσης που απέβλεπε στην απελευθέρωση της Κρήτης και στη δημιουργία μιας πρώτης ελεύθερης ελληνικής εστίας.
Στη συνέχεια υπογράφεται η συνθήκη μεταξύ της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας και του Μωάμεθ Β’ το 1468, κατά τη διάρκεια του πρώτου βενετοτουρκικού πολέμου (1463-1479), και αφορούσε κυρίως τα κάστρα και κάποιες περιοχές της Πελοποννήσου. Η νέα συνθήκη βασίστηκε στο καθεστώς που είχε δημιουργηθεί μέχρι το έτος εκείνο και αφορούσε τα 122 κάστρα της Πελοποννήσου.

Από αυτά, στην κατοχή των Βενετών παρέμειναν τα 26, ενώ περισσότερα από 40 ήταν ήδη κατεστραμμένα. Σε 50 από τα υπόλοιπα, μεταξύ των οποίων και στο παλαιό βενετσιάνικο κάστρο στο Γεράκι Λακωνίας, υψώθηκε με τη συνθήκη αυτή η σημαία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παράλληλα, η Βενετία κράτησε όλες τις παλαιές κτήσεις της, εκτός από το Άργος, συνεχίζοντας να διατηρεί κατοχή και εξουσία στη Μάνη και στη Μονεμβασία καθώς και στην Εύβοια.
Ακολούθησε μια ακόμα συνθήκη, αυτή της Κωνσταντινούπολης, το 1479, μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας (25 Ιανουαρίου 1479) – στη σκλαβωμένη πλέον Βασιλεύουσα. Είναι η τρίτη κατά σειρά συνθήκη που αφορούσε τον ελλαδικό χώρο. Με αυτήν τερματιζόταν ο δεκαεξαετής πόλεμος μεταξύ των εμπλεκόμενων δυνάμεων, που ανάγκασε τη Βενετία να συνθηκολογήσει σε μιαν εποχή που οι Οθωμανοί είχαν καταλάβει εδάφη κοντά στην επικράτεια της Βενετίας, στην Αδριατική θάλασσα. Έπειτα από αυτό έσβησαν και οι τελευταίες ελπίδες του Βησσαρίωνος, οι οποίες είχαν στηριχθεί πάνω σε αυτή τη σύγκρουση των Βενετών με τους Τούρκους και προσέβλεπαν στην ανάκτηση της Πόλης.

Η ανανέωση της ισλαμικής παράδοσης από τους Τούρκους
Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη είχαν ήδη δεχτεί τις επιρροές του αραβικού και του περσικού ισλαμισμού, πράγμα που σήμαινε ότι δεν υπήρχαν πλέον ικανοποιητικά περιθώρια για τυχόν βυζαντινές επιδράσεις, ικανές να επηρεάσουν πολιτισμικά τους θεσμούς της αυτοκρατορίας των Οθωμανών. Ωστόσο, όσον αφορούσε τη διακυβέρνηση του Μωάμεθ Β’, υπήρξε μια ανεκτικότητα απέναντι στο Πατριαρχείο, τη χρήση της ελληνικής γλώσσας στα επίσημα διπλωματικά έγγραφα, αλλά κι αυτές οι παραχωρήσεις ακυρώνονταν από τους διαδόχους του θρόνου του, κυρίως μετά την κατάληψη του αραβικού κέντρου του ισλαμικού κόσμου, δηλαδή της Συρίας, της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου. Από εκεί κι έπειτα η τουρκική διακυβέρνηση ανανέωσε με ζήλο τις κλασικές μορφές της ισλαμικής παράδοσης.
Έτσι, οι περισσότερες από τις ομοιότητες που επισημαίνονται στην οργάνωση του βυζαντινού και οθωμανικού κράτους οφείλονται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε την ίδια γεωγραφική βάση με τη βυζαντινή, κυριαρχώντας στους ίδιους λαούς – και κατά συνέπεια ερχόταν αντιμέτωπη με τα ίδια προβλήματα.

Επώδυνες μεταβολές στην ιστορική πορεία του έθνους
Από το 1453, τη χρονιά της Άλωσης, ώς και το 1669, με την πτώση του Χάντακα που σηματοδότησε το τέλος του πολέμου της Κρήτης, οι Οθωμανοί Τούρκοι ολοκλήρωσαν την κυριαρχία τους στον ελληνικό χώρο. Η κατάκτηση αυτή προκάλεσε βαθύτατες και επώδυνες μεταβολές στη ζωή του έθνους και στην ιστορική του πορεία. Οι κοινωνικοί όροι διαβίωσης των Ελλήνων επιδεινώθηκαν σε μεγάλο βαθμό.

Οι Έλληνες έχασαν, εκτός από την ανεξαρτησία τους, και την προσωπική τους ελευθερία και τις περιουσίες τους και ήταν υποχρεωμένοι να ζουν υπό καθεστώς περιορισμών και ταπεινώσεων, ανασφάλειας και φόβου. Όλα αυτά και προπαντός οι εξισλαμισμοί και το παιδομάζωμα, που αποδεκάτιζαν τους ελληνικούς πληθυσμούς, είχαν εξαιρετικά δυσμενείς δημογραφικές επιπτώσεις για τον ελληνισμό. Η οπισθοδρόμηση του έθνους ήταν πολύ μεγάλη. Η παρακμή του γενική, υλική και πολιτισμική.
Παρ’ όλα αυτά, οι Έλληνες βρήκαν τη δύναμη να αγωνίζονται για την ελευθερία τους. Σειρά εξεγέρσεων σε τοπική κλίμακα, πολεμική δράση όταν δινόταν η ευκαιρία, όπως κατά τους βενετοτουρκικούς και άλλους πολέμους, επιβεβαίωναν ότι η έφεση και η ελπίδα για την απελευθέρωση δεν είχαν εκλείψει.

Η μεγάλη φυγή

Στις αρχές του 16ου αιώνα, στους καταλόγους των τουρκικών απογραφών γίνεται φανερή αυτή η αλλοίωση που προήλθε από τις πολεμικές συγκρούσεις, τις βίαιες στρατολογήσεις, τις αιχμαλωσίες και άλλους βίαιους παράγοντες. Σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία που διασώθηκαν για τη χερσόνησο του Αίμου και για ορισμένα νησιά του Αιγαίου, στις περιοχές αυτές κατοικούσαν 194.958 οικογένειες μωαμεθανών, οι οποίες απέδιδαν φόρους, έναντι 832.707 χριστιανικών.

Εδώ να σημειώσουμε ότι οι 37.435 μουσουλμανικές οικογένειες, δηλαδή το 19%, αποτελούνταν από νομάδες Γιουρούκους. Εκτός από τους νομαδικούς πληθυσμούς, στη Βαλκανική προωθήθηκαν και άλλοι μουσουλμανικοί πληθυσμοί, προερχόμενοι από τη Μικρά Ασία. Ένα μέρος αυτών των πληθυσμών ήλθε αναζητώντας καλλιεργήσιμη γη και ένα άλλο μέρος εκτελώντας υπηρεσία διοικητικής ή στρατιωτικής φύσεως. Αρκετοί ήρθαν επίσης προκειμένου να εργαστούν για την καθιέρωση των θρησκευτικών θεσμών του Ισλάμ.

Αυτή η νέα πραγματικότητα ανάγκασε σε φυγή ή αποχώρηση τους ελληνικούς και άλλους βαλκανικούς πληθυσμούς προς τα ορεινά και απομονωμένα μέρη και είχε ως άμεσο αποτέλεσμα τη μείωση των χριστιανικών πληθυσμών των κωμοπόλεων και πόλεων. Η μείωση αυτή γινόταν εντονότερη και με την προσχώρηση των κατοίκων στον ισλαμισμό, ιδίως στα πρώτα χρόνια της εδραίωσης της τουρκοκρατίας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συντέλεσαν στο να αλλοιωθεί η φυσιογνωμία αυτών των τόπων, με την αύξηση των μουσουλμανικών πληθυσμών σε βάρος των χριστιανικών. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις η αύξηση ήταν τόση, ώστε η πλειονότητα να είναι μουσουλμάνοι.

Αυτή η ανατροπή στις πληθυσμιακές ισορροπίες υπήρξε εντονότερη στις βορειότερες χώρες της Βαλκανικής, δηλαδή στη Σερβία και τη Βουλγαρία. Κοντολογίς, στις αρχές του 16ου αιώνα συνέβη μια δημογραφική ανατροπή στις περιοχές που αναφερόμαστε, όπου πάντα, σύμφωνα με τα στοιχεία των τουρκικών απογραφών, διαπιστώνεται ότι το μωαμεθανικό στοιχείο παρουσιάζεται ενισχυμένο στις μεγάλες πόλεις, ενώ το χριστιανικό έμενε κυρίαρχο κατά κανόνα στην ύπαιθρο.

Για παράδειγμα, στη Σόφια το 66% των κατοίκων ήταν μουσουλμάνοι, ενώ στην ύπαιθρο το ποσοστό τους δεν ξεπερνούσε το 6%. Χαρακτηριστικό είναι ότι στη Λάρισα οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της πόλης ανέρχονταν στο 90,2%, ενώ στην επαρχία των Τρικάλων στο 17,5%. Γενικά σε Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία, Βοσνία, Ερζεγοβίνη, οι μωαμεθανικοί πληθυσμοί υπερτερούσαν στα κέντρα, όπου δηλαδή υπήρχε εμπορική κίνηση με συγκοινωνιακά δίκτυα και άλλες διευκολύνσεις, και φυσικά βρίσκονταν οι έδρες των διοικητικών αρχών.

Αλλά και τα νησιά του Αιγαίου αντιμετώπιζαν σημαντικότατα προβλήματα όσον αφορά τη δημογραφική ενότητα, πριν από όλα λόγω της μάστιγας των πειρατών και των ολέθριων επιπτώσεων των μαζικών αιχμαλωσιών. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τις πρωτοφανείς επιδρομές του Μπαρμπαρόσα, το Αιγαίο παρουσιάζει εικόνα ολοκληρωτικής ερήμωσης. Κατά τη διάρκεια των κατακτητικών και αρπακτικών επιδρομών του, ο Μπαρμπαρόσα έστειλε τους Τούρκους και Αλγερινούς πειρατές του ενάντια σε πολλά νησιά του Αιγαίου, ειδικά στις Κυκλάδες.

Χαρακτηριστική είναι περίπτωση των Κυθήρων στην περιοχή του Τσιρίγου, όπου καθώς λέγεται σκοτώθηκαν γύρω στους 7.000 αμάχους, πολλοί αιχμαλωτίστηκαν για να πουληθούν ως σκλάβοι και οι λιγοστοί που γλίτωσαν κατέφυγαν στην Πελοπόννησο. Είναι ενδεικτική της καταστροφής μια σχετική βενετική έκθεση του 1563, η οποία αναφέρει ότι από τα 16 νησιά του δουκάτου του Αιγαίου μόνο τα πέντε, η Νάξος, η Σαντορίνη, η Μήλος, η Σύρος και η Πάρος, ήταν κατοικημένα. Μπορεί αυτό να φαντάζει υπερβολικό, αλλά στην ουσία έχουμε ένα μέτρο της ερήμωσης των νησιών.

Ενθάρρυνση του επαναπατρισμού

Η νέα αυτή πραγματικότητα εδραιώθηκε με τις αλλεπάλληλες εγκαταστάσεις πολεμικών τουρκομανικών φυλών πρώτα στη Θράκη, έπειτα στη Μακεδονία και αργότερα στη Θεσσαλία και σε διάφορες άλλες περιοχές της Βαλκανικής. Αυτοί αποτέλεσαν σώμα κατατρομοκράτησης και μια διαρκής απειλή για τους ντόπιους. Εδώ να προσθέσουμε ακόμα ότι η διέλευση από ελληνικές περιοχές όπως και η εγκατάσταση τουρκικών στρατευμάτων ή φρουρών σε επίκαιρα σημεία, συχνά επιδείνωνε την κατάσταση, εντείνοντας το ρεύμα φυγής των ντόπιων χριστιανικών πληθυσμών. Η διαρροή αυτή του ανθρώπινου δυναμικού είχε δυσμενή αποτελέσματα τόσο στην καλλιέργεια της γης όσο και στις οικονομικές συναλλαγές των τόπων, που, όπως είναι προφανές, κατέρρευσαν. Μπροστά σε αυτό το φαινόμενο, η κεντρική εξουσία προσπάθησε μέσα από διάφορα μέτρα να περιορίσει τις δυσμενείς επιπτώσεις αυτών των αλλαγών στην οικονομική ζωή των κοινωνιών. Σε αυτά τα μέτρα συμπεριλαμβανόταν πολλές φορές και η πρόσκληση στους γηγενείς πληθυσμούς να επιστρέψουν στις οικίες τους και αυτό γινόταν με την υποστήριξη του κράτους. Ταυτόχρονα με το κράτος, και οι Τούρκοι τοπάρχες ενθάρρυναν τον επαναπατρισμό, καθώς ενδιαφέρονταν για την καλύτερη απόδοση των κτημάτων τους.

Κοντολογίς, στις αρχές του 16ου αιώνα στον ελλαδικό χώρο σημειώνεται μια μεγάλη απομείωση του εγχώριου πληθυσμού, που άλλαξε τελείως τις φυλετικές ισορροπίες των ιστορικών αυτών τόπων της Βαλκανικής. Γενικότερα, μειώθηκαν στις περιοχές της Βαλκανικής οι χριστιανικοί πληθυσμοί και αντικαταστάθηκαν από ισλαμικούς.

—————————————————————————————————-

ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ