Η αρχή και το τέλος της Μεγάλης Ιδέας -Μέρος Τέταρτο

970

Προς τη Μικρασιατική Καταστροφή 
 
Με τη συνθήκη των Σεβρών, η Ελλάδα έδρεψε τους καρπούς της πολιτικής του Βενιζέλου. Συγκεκριμένα, στη χώρα μας παραχωρούνταν τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος και η Ανατολική Θράκη μέχρι τη γραμμή της Τσατάλτζας, κοντά στην Κωνσταντινούπολη.
Ταυτόχρονα, όσον αφορούσε τον μικρασιατικό ελληνισμό, η περιοχή της Σμύρνης έμενε υπό την ονομαστική επικυριαρχία του σουλτάνου, αλλά θα διοικείτο από Έλληνα αρμοστή ως εντολοδόχο των Συμμάχων και θα μπορούσε να προσαρτηθεί στην Ελλάδα ύστερα από πέντε χρόνια με δημοψήφισμα! Ακόμα, με το μυστικό σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι, η Βόρεια Ήπειρος ενσωματωνόταν στην Ελλάδα.
Επίσης, υπήρξαν και συμφωνίες με την Ιταλία, η οποία παραχωρούσε τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα (εκτός από τη Ρόδο και το Καστελόριζο) με την υπόσχεση ότι όταν οι Βρετανοί παραδώσουν την Κύπρο στην Ελλάδα θα παραδώσουν κι αυτοί με τη σειρά τους αυτά τα δυο νησιά . Ο Βενιζέλος μάλιστα κατάφερε να περιλαμβάνει η συνθήκη, στο άρθρο 26, τη δέσμευση των συμμάχων ότι, αν οι οθωμανικές αρχές δεν συναινούσαν στην εφαρμογή της, θα έχαναν από την κυριαρχία τους την Κωνσταντινούπολη!
Με αυτούς τους όρους, ο Βενιζέλος ενέδωσε στο αίτημα της αντιπολίτευσης που πίεζε για εκλογές πιστεύοντας ότι, αφού έκανε πραγματικότητα τα πιο τρελά όνειρα του ελληνισμού – αν συνυπολογίσει κανείς και τον θρίαμβο των Βαλκανικών Πολέμων –, θα τις κέρδιζε προκειμένου να ασκήσει ελεύθερος την πολιτική του σε μιαν ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο ανακατατάξεων. Ωστόσο, αυτή η απλή και λογική σκέψη υπήρξε μοιραία όχι τόσο για τον ίδιο όσο για τον νεότερο ελληνισμό.
Ο λαός καταβαράθρωσε εκλογικά τον Βενιζέλο φέρνοντας στην εξουσία τους βασικούς εκπροσώπους του αντιβενιζελισμού στη χώρα. Και επειδή οι λαοί δεν αλλάζουν, μοιραία κάποιες φορές αλλάζουν οι ηγέτες. Πράγμα που συνέβη – με τις γνωστές ολέθριες συνέπειες…
Ο «άξιος της Ελλάδος ευεργέτης και σωτήρας της πατρίδος», όπως τον είχε ανακηρύξει πριν από μόλις λίγους μήνες η Βουλή, δεν αξιώθηκε ούτε να εκλεγεί βουλευτής! Ο άνθρωπος που έκανε πραγματικότητα την «Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» όχι μόνο καταποντίστηκε εκλογικά, αλλά δεν κρίθηκε άξιος από το εκλογικό σώμα να εκλεγεί ούτε καν βουλευτής…
Η νέα κυβέρνηση με την αντιπολεμική ρητορική, ωστόσο, δεν κράτησε τον λόγο της και το περήφανο «Όχι» στον πόλεμο το μετέτρεψε σε «Ναι», όπως (και παρά την τυφλή αντιβενιζελική της πολιτική) αναγκάστηκε να εφαρμόσει κατά γράμμα την πολιτική Βενιζέλου στα φλέγοντα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. (Οποιαδήποτε ομοιότητα με το σήμερα είναι υπαρκτή και αφορμή για έντονο προβληματισμό…). Ωστόσο, δεν παρέλειψε να στραφεί σε μια σειρά γενικευμένων διώξεων κατά των βενιζελικών στην προσπάθειά της να εξευμενίσει τα θύματα της «βενιζελικής τυραννίας».
Την επόμενη κιόλας μέρα η νέα κυβέρνηση του Ράλλη, που ουσιαστικά είχε ηγέτη τον Δημήτρη Γούναρη, άρχισε μεγάλης έκτασης αλλαγές στη δημόσια διοίκηση, τη Δικαιοσύνη, την Παιδεία, την Εκκλησία και τις Ένοπλες Δυνάμεις. Εδώ να σημειώσουμε ότι στον κρίσιμο τομέα των Ενόπλων Δυνάμεων (αλλά και στην πολιτική ηγεσία) αντικαταστάθηκαν όλοι οι εμπειροπόλεμοι και ικανότατοι βενιζελικοί αξιωματικοί με άλλους που επιλέχτηκαν αποκλειστικά με κομματικά κριτήρια.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο υπουργός Στρατιωτικών Θεοτόκης δήλωνε ο ίδιος, ανίδεος! Σχεδόν 500 αξιωματικοί παραιτήθηκαν. Αρχιστράτηγος στη Μικρά Ασία διορίστηκε ο Αναστάσιος Παπούλας, για τον οποίον ο Δούσμανης προειδοποιούσε τον Γούναρη ότι πρόκειται περί «αμαθούς και ανικάνου να διοικήσει την στρατιάν και να διευθύνει πολεμικάς επιχειρήσεις».
Σαρωτικές υπήρξαν και οι αλλαγές στην Εκκλησία της Ελλάδος καθώς, εκτός του μητροπολίτη Αθηνών Μελετίου Μεταξάκη, απομακρύνθηκαν και 20 άλλοι επίσκοποι. Σχεδόν ταυτόχρονα με τις αντικαταστάσεις αυτές, απομακρύνθηκαν και όλοι οι διορισμένοι «με κομματικά κριτήρια» γενικοί γραμματείς και σύμβουλοι υπουργείων.
Μεταξύ αυτών και ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Περιθάλψεως Νίκος Καζαντζάκης! Ανάμεσα στους συμβούλους του υπουργείου Παιδείας που παραιτήθηκαν – πριν εκδιωχθούν – ήταν ο Δημήτρης Γληνός, ο Αλέξανδρος Δελμούζος και ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης!
Παρόμοιες ήταν και οι αλλαγές στο διπλωματικό σώμα και στον χώρο της Δικαιοσύνης…
Συνοψίζοντας κανείς αντιλαμβάνεται το μέγεθος της εγκληματικής πολιτικής που ακολουθήθηκε μετά την ήττα του Βενιζέλου όταν κλήθηκε να εφαρμόσει στην ουσία τη βενιζελική πολιτική μια ομάδα ανίκανων φανατικών που η βασική τους πολιτική ταυτότητα είχε ως αναφορά το απύθμενο προσωπικό μίσος εναντίον του Βενιζέλου και κάθε βενιζελικής πολιτικής. Αυτή η πολιτική του αντιβενιζελισμού διαμορφώθηκε κυρίως μετά την επέμβαση των δυνάμεων της Αντάντ το 1917.
Η πολιτική που επέλεξε να εφαρμόσει ο Γούναρης, που αποτελούσε την αιχμή του δόρατος του αντιβενιζελισμού, βασιζόταν στο ότι η Ελλάδα θα επέλεγε την κυβέρνησή της δίχως να λαμβάνει υπόψη την ενοχλητική θέληση των Συμμάχων (οι οποίοι, σημειώτεον, δεν εμπιστευόταν τον βασιλιά Κωνσταντίνο…). Από την άλλη, σε ένδειξη καλής πίστης, θα ακολουθούσε κατά βήμα τη βρετανική πολιτική στην περιοχή, χωρίς να ζητήσει τη συνδρομή της Βρετανίας σε ό,τι προέκυπτε.
Προφανώς επρόκειτο για αλλοπρόσαλλη και κυρίως ανόητη πολιτική που, ενώ διατεινόταν ότι ταυτίζεται με τη βρετανική πολιτική (εναντίον της οποίας πολιτεύτηκε ο ίδιος σφόδρα για να είναι αξιόπιστος), δεν ζητούσε ανταλλάγματα που θα αντιστάθμιζαν τις αδυναμίες της εξωτερικής μας πολιτικής στη διεθνή σκακιέρα.
Η πολιτική αυτή αγνοούσε παντελώς τους διεθνείς συσχετισμούς και απέκλειε την ανεξάρτητη στάθμιση των πολιτικών και στρατιωτικών δεδομένων. Κι αυτό γινόταν προκειμένου να εξυπηρετηθούν ως προτεραιότητα – ακόμα και προ των εθνικών ζητημάτων – οι εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες. Αυτή δε η στάση υπήρξε η βασική αιτία της καταστροφής που ακολούθησε γιατί παράβλεπε σκανδαλωδώς τους υπάρχοντες συσχετισμούς ισχύος και έστρεφε αποκλειστικά το ενδιαφέρον της στην επάνοδο του βασιλιά Κωνσταντίνου.
Αυτός ο απερίγραπτος πολιτικός τυχοδιωκτισμός οδήγησε στην ήττα των Ελλήνων στη Μικρά Ασία. Η τακτική του Βενιζέλου, αντίθετα, σταθμιζόταν από τη δυνατότητα της ελληνικής πολιτικής να διαμορφώνει τη στάση της βασιζομένη στην εκτίμηση της ισχύος των Μεγάλων Δυνάμεων, ιδίως δε της Βρετανίας, δίχως να βασίζεται ιδιαιτέρα στις ισχνές πραγματικές δυνατότητες της χώρας.
Έτσι, την κρισιμότερη ιστορική περίοδο για τον νεότερο ελληνισμό, η ορθή βενιζελική πολιτική έμελλε να εφαρμοστεί από τους κατ’ εξοχήν εχθρούς της…
———————————————————————
———————————————————