Η αρχή και το τέλος της Μεγάλης Ιδέας- (Μέρος Β΄)

473

Μέρος Δεύτερο
Ο Μεγάλος Πόλεμος ως ευκαιρία του αλυτρωτισμού
Είναι ξεκάθαρο ότι οι συνέπειες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξαν καθοριστικές για την αρχή του τέλους του αλυτρωτισμού. Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι εκείνη την περίοδο ήταν έντονο το αίσθημα που δημιουργούσε η εκκρεμότητα της εθνικής μας ολοκλήρωσης.
Η εμφάνιση του Βενιζέλου στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας σηματοδοτείται από τη θεμελιώδη αρχή του βενιζελισμού, που δεν είναι άλλη από τον αλυτρωτισμό: το ελληνικό εθνικό κράτος οφείλει να έχει ως βασικό του καθήκον την απελευθέρωση και ενσωμάτωση των αλύτρωτων ομοεθνών. Προς χάριν της επίτευξης αυτού του εθνικού σκοπού, ο Βενιζέλος θα προσαρμόσει και την εσωτερική – κοινωνική πολιτική του, έχοντας κατά νου να πετύχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εθνική ομοψυχία, αναγκαία για να υπηρετήσει τον μεγάλο εθνικό σκοπό. Έτσι, βασικός άξονας της πολιτικής του, που χάραξε ήδη από το 1911, είναι να συνδέσει τα κοινωνικά προβλήματα με το εθνικό.
Η υψηλή αποστολή
Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη από το 1911 αρχίζουν οι πρώτες σοβαρές προσπάθειες επίλυσης του έντονου αγροτικού ζητήματος, που απασχολούσε τις βασικότερες περιοχές της ελληνικής επικράτειας, από τη Στερεά Ελλάδα και τη Θεσσαλία ώς την Άρτα. Ήδη, έναν χρόνο αργότερα, ως αποτέλεσμα των βαλκανικών πολέμων, το ίδιο ζήτημα επανέρχεται σαν το κυρίαρχο πρόβλημα των Νέων Χωρών, δηλαδή της Ηπείρου και της Μακεδονίας.
Το θέμα των ιδιοκτησιών που ανήκουν σε Αλβανούς και Τούρκους μπέηδες είναι περίπλοκο, γιατί οι εθνικές σκοπιμότητες καθιστούν εκείνη την περίοδο σεβαστά αυτά τα ιδιοκτησιακά καθεστώτα. Μόνο μετά το 1917 η προσωρινή κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης αντιλαμβάνεται ως εθνικά επιτακτική την ανάγκη αυτές οι ξένες ιδιοκτησίες να περάσουν σε ελληνικά χέρια. Υπό αυτό το πνεύμα, που κυρίως αποβλέπει στην κοινωνική ειρήνη και συνοχή, η κυβέρνηση Βενιζέλου διευκολύνει την ίδρυση της ΓΣΕΕ και του ΣΕΚΕ (που λίγα χρόνια αργότερα θα μετονομασθεί σε ΚΚΕ). Εδώ υπήρξε κεραυνοβόλα η πλήρης και άμεση διάψευση των προβλέψεων του Βενιζέλου, αφού οι σοσιαλιστές και οι αντιβενιζελικοί επιδόθηκαν σε μιαν αντιπολεμική προπαγάνδα σε βάρος των πολεμικών σχεδιασμών του Βενιζέλου για την επέκταση των ορίων της Ελλάδας όπως αυτή υπαγορευόταν από το όραμα του αλυτρωτισμού.
Μια ακόμα σημαντική κίνηση του Βενιζέλου ήταν η πολιτική του στο γλωσσικό ως βασικό παράγοντα κοινωνικής συνοχής και εθνικής ολοκλήρωσης. Έτσι, προκύπτει η δημοτική, η οποία συνδέεται με τον εθνικισμό – ως βασικό εργαλείο του – και την ιδέα του αλυτρωτισμού. Η επιβολή της δημοτικής προβάλλεται ως επείγουσα υπόθεση για την αφομοίωση των νέων πληθυσμών, αφού η εκμάθησή της ήταν πολύ πιο εύκολη από τη λόγια γλώσσα.
Οι ξένες δυνάμεις και ο ρόλος τους 
Το 1914, με αφορμή τις διώξεις του μικρασιατικού ελληνισμού από την πολιτική των Νεότουρκων, ήρθε στο προσκήνιο επιτακτικά το ζήτημα της εθνικής μας πολιτικής στη Μικρά Ασία. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα καλείτο να αντιμετωπίσει την πρόκληση του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και των εθνικά επωφελών συμμαχιών για το έθνος. Αυτά τα νέα δεδομένα και τα αντικρουόμενα και ιδιαίτερα πολύπλοκα προβλήματα που προέκυπταν προκάλεσαν στην Ελλάδα πολιτικές συγκρούσεις που οδήγησαν στον καταστροφικό Εθνικό Διχασμό του 1915, έναν διχασμό του οποίου οι συνέπειες θα αποδεικνύονταν συντριπτικές λίγα χρόνια αργότερα.
Ταυτόχρονα, το κλίμα στις διεθνείς σχέσεις ήταν κάθε άλλο παρά ξεκάθαρο, καθώς υπήρχαν πολλά και αντικρουόμενα συμφέροντα που δύσκολα θα έβρισκαν μια προσυμφωνημένη λύση.
Έτσι και η συμμαχική εντολή για την κατάληψη της Σμύρνης πρέπει να διερευνηθεί προσεκτικά ως προς τη βαρύτητά της και την αξιοπιστία της. Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι ιστορικοί που θεωρούν ότι η ελληνική εκστρατεία όχι μόνο δεν είχε τη βρετανική κάλυψη, αλλά ότι η Ελλάδα προσέφερε κάλυψη στις ελλιπείς βρετανικές δυνάμεις στην Ανατολία.
Βέβαια, η πραγματικότητα συνήθως διαψεύδει τους σχεδιασμούς και όπως φάνηκε οι παραλείψεις των Μεγάλων Δυνάμεων συντέλεσαν στο αποτέλεσμα περισσότερο από τις επιθυμίες τους. Είναι αδιαμφισβήτητο, επίσης, το γεγονός ότι το αποτέλεσμα συνδιαμορφώθηκε και από τις περιφερειακές δυνάμεις, αφού έπαιξαν κι αυτές τον ρόλο τους σύμφωνα με τις εθνικά επιλεγμένες στρατηγικές τους. Το βέβαιο είναι ότι μετά την πτώση του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου το 1920, οι αντιβενιζελικοί αντίπαλοί του εκτίμησαν και αυτοί με τη σειρά τους ότι ήταν εφικτό ένα εγχείρημα στη Μικρά Ασία στις παρούσες συνθήκες. Από την άλλη, αν υποχωρούσαν από τη Μικρά Ασία, θα έδιναν την εντύπωση ότι η κίνησή τους απέβλεπε στην επάνοδο του Κωνσταντίνου.
Στην Ελλάδα το 1914 ήταν κοινή η αίσθηση ότι η χώρα δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει μια πολεμική επιχείρηση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στα εδάφη της Μικράς Ασίας. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο εθνικός σχεδιασμός περιοριζόταν στην ανταλλαγή πληθυσμών μέσα από μια συμφωνία. Αυτή θα οριζόταν στο πνεύμα της ανταλλαγής Ελλήνων της Μικράς Ασίας και μουσουλμάνων της Μακεδονίας – που μόλις έναν χρόνο πριν είχε περιέλθει στην ελληνική επικράτεια.
Τον σχεδιασμό αυτόν άλλαξε λίγο αργότερα η βρετανική πολιτική, η οποία υπέδειξε τη Σμύρνη και την ενδοχώρα της ως εδαφικό αντάλλαγμα της Ελλάδας για τη συμμετοχή της στον Μεγάλο Πόλεμο. Από τη μια πλευρά συντασσόταν η Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία, που θα ονομάζονταν δυνάμεις της Αντάντ, κι από την άλλη η Γερμανία και η Αυστροουγγαρία ως Κεντρικές Δυνάμεις.
Να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι το Ανατολικό Ζήτημα ποτέ δεν ήταν απλό, ιδιαίτερα όταν ήρθε η ώρα της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κατά συνέπεια θα δημιουργούνταν νέα δεδομένα. Οι πολιτικές σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα ρευστές και ευμετάβλητες. Δεν υπάρχουν ξεκαθαρισμένα ζητήματα και οι προβλέψεις και οι σχεδιασμοί ενέχουν τεράστιο ρίσκο. Ως εκείνη τη στιγμή, η Βρετανία είχε σαν πολιτική της να παρεμποδίσει τη Ρωσία να βρει διέξοδο προς τη Μεσόγειο και γι’ αυτό τον λόγο υποστήριζε τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Από την άλλη, μετά τους βαλκανικούς πολέμους φάνηκε η αδυναμία των Οθωμανών σε αντίθεση με την ανάδειξη της Ελλάδας ως βασικού παράγοντα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα ήταν πλέον χρήσιμη για τα σχέδια της Βρετανίας αλλά και αντιστρόφως, τα σχέδια της Βρετανίας ωφελούσαν την Ελλάδα, που την αναβάθμιζαν σε σημαντικό παράγοντα της περιοχής από το πουθενά…
Η δε Ρωσία ήταν κι αυτή αναγκαίος σύμμαχος για τη Βρετανία εναντίον της Γερμανίας, η οποία συνιστούσε πλέον δύναμη ανατροπής των ισορροπιών στην Ευρώπη. Οι Βρετανοί, με δυο λόγια, απέβλεπαν στη διατήρηση της γραμμής επικοινωνιών με τις Ινδίες αλλά και στην επέκταση της επιρροής τους προς την Εγγύς Ανατολή. Η Εγγύς Ανατολή συνεπώς ήταν το ανοιχτό πεδίο σύγκρουσης των Μεγάλων Δυνάμεων.
Οι Νεότουρκοι, από την άλλη, συντάχθηκαν με τη Γερμανία ελπίζοντας κυρίως στην ανακοπή της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας…
————————————————————————-
Δείτε το Α’ μέρος

ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ