Η νέα θρησκεία της νέας πρωτεύουσας!

176
Ανακαλύψτε: « H Νέα Αυθεντική Συλλογή Κοσμημάτων από την Κωνσταντινούπολη »

Ο Κωνσταντίνος κι ο χριστιανισμός 

Επιχειρώντας το τόλμημα της μεταφοράς της πρωτεύουσας από τη Δύση (Ρώμη) στην Ανατολή (Κωνσταντινούπολη), ο Κωνσταντίνος χάρισε άλλα χίλια και πλέον χρόνια ζωής στην αχανή Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Αυτή η αλλαγή, ωστόσο, συνδυάστηκε με μια ακόμα τολμηρότερη ενέργεια, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα από τα πλέον αποφασιστικά βήματα που άλλαξαν την πορεία της παγκόσμιας Ιστορίας.
Είναι ο πρώτος αυτοκράτορας ο οποίος ενστερνίζεται τη νεοσύστατη χριστιανική θρησκεία και όπως εύστοχα σημειώνει ο Τζ. Μπ. Μπέρυ: «Η επανάσταση που έφερε ο Κωνσταντίνος το 312 υπήρξε ίσως η πιο τολμηρή ενέργεια που διέπραξε ποτέ ένας απόλυτος άρχοντας, αψηφώντας και περιφρονώντας ό,τι σκεφτόταν η μεγάλη πλειονότητα των υπηκόων του».
Να σημειώσουμε ότι για την εποχή εκείνη, κάθε ενέργεια που αποσκοπούσε στο να διαρραγεί ο θρησκευτικός ιστός της κοινωνίας αποτελούσε σοβαρή αιτία ανησυχίας για κάθε ηγεμόνα. Για την ακρίβεια, το έδαφος είχε ήδη προετοιμαστεί με το «έδικτον του Γαλλιηνού» (261), όπου τερματίζονται οι διωγμοί των χριστιανών επί Δεκίου και Βαλλερίου και ο χριστιανισμός αναγνωρίζεται από το κράτος ως νόμιμη λατρεία.
Ο διωγμός του Διοκλητιανού (303-305) είναι μια μαύρη παρένθεση στην ανεξιθρησκία που υπήρχε ήδη. Ο Γαλέριος επαναφέρει το 311 το διάταγμα περί ανεξιθρησκίας. Το διάταγμα της Ρώμης (312) και του Μεδιολάνου (313) περί ανεξιθρησκίας που υπέγραψαν οι Κωνσταντίνος, Λικίνιος και Μαξιμίνος ήταν απλή επικύρωση εκείνου του Γαλέριου το 311.
Το 312, σύμφωνα με κάποιους (από άλλους ιστορικούς αμφισβητείται), ο Κωνσταντίνος ασπάζεται τον χριστιανισμό ή τέλος πάντων υιοθετεί μια άλλη πολιτική απέναντι στη νέα θρησκεία. Εκείνη την εποχή εκτιμάται ότι ένα μόλις 5% ή 10% το πολύ του πληθυσμού της αυτοκρατορίας, που αριθμούσε περί τα εβδομήντα εκατομμύρια, ήταν χριστιανοί. Ο χριστιανισμός αντιμετωπιζόταν τότε με εχθρότητα και αδιαφορία από τις λαϊκές μάζες που αποτελούσαν τη συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων της αυτοκρατορίας.
Αντίθετα με τους λαϊκούς κι αμόρφωτους, ο χριστιανισμός, με όποια μορφή εμφανιζόταν ως εκείνη την εποχή, είχε καταφέρει να κερδίσει το ενδιαφέρον των μορφωμένων. Αποτελούσε ένα είδος πνευματικής πρωτοπορίας, όπως θα λέγαμε σήμερα. Έτσι, στις δημόσιες πλέον συζητήσεις γύρω από τα φλέγοντα ζητήματα της εποχής, ο χριστιανισμός, όπως και η νεοπλατωνική φιλοσοφία, κέρδιζαν το ενδιαφέρον λόγω της προσήλωσής τους στην αναζήτηση της αλήθειας αλλά και του πεπρωμένου της ψυχής του ανθρώπου.
Παρά το γεγονός ότι στην εποχή του Κωνσταντίνου η νέα θρησκεία ήταν αδιαμόρφωτη (πολύ διαφορετική από αυτή που γνωρίζουμε μέσα από την εξέλιξή της στους αιώνες ώς τα σήμερα), έδειχνε εμφανή σημάδια ανωτερότητας έναντι των αντίστοιχων παγανιστικών, σχετικά απλοϊκών θρησκευτικών αντιλήψεων. Η νέα θρησκεία σε αντίθεση με τις παγανιστικές που υπόσχονταν καλές σοδιές ή θεραπείες, ήταν απαιτητική από τους πιστούς της, τους έθετε δυσκολίες.
Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς, ποιο διαβολικό πολιτικό ένστικτο οδήγησε τον Κωνσταντίνο να συλλάβει την τεράστια δύναμη που ανέπτυσσε αυτή η νέα θρησκεία, η οποία έμελλε να σφραγίσει και να χαρακτηρίσει την ιστορική πορεία της αυτοκρατορίας, έτσι που αυτή να ταυτιστεί με τον χριστιανισμό.
Προφανώς, η εξήγηση δεν έχει μεταφυσικό χαρακτήρα, αλλά απόλυτα πρακτικό – πολιτικό. Ο Κωνσταντίνος προσάρμοσε τη θρησκευτική πολιτική του: χωρίς να αλλοιώσει ποτέ την επίσημη σχέση του με τους Εθνικούς ως Αρχιερέας με τον τίτλο του Ύπατου Γεφυροποιού (Pontifex Maximus) και χωρίς να επιχειρήσει θεσμική υποβάθμιση της αρχαίας θρησκείας, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον χριστιανισμό.
Έτσι, για παράδειγμα έχουμε την απόδοση στις χριστιανικές κοινότητες της περιουσίας που είχε δημευθεί στο παρελθόν, καθώς και τη θέσπιση της νομικής δυνατότητας επαύξησης αυτής της περιουσίας. Εκδήλωση του σεβασμού του αυτοκράτορα προς τις αρχές του χριστιανισμού αποτέλεσε νόμος του 321, με τον οποίο καθιερώθηκε ουσιαστικά η αργία της Κυριακής, με κάποιους βέβαια περιορισμούς, όπως τη μη εφαρμογή στους αγρότες της αργίας κατά τη «σεπτή ημέρα του Ηλίου».
Ο εκχριστιανισμός της αυτοκρατορίας δεν επιβλήθηκε, όπως είναι φυσικό, μέσα από μια σύντομη διαδικασία. Ο Κωνσταντίνος διευκόλυνε αυτές τις διαδικασίες πιθανότατα προσβλέποντας στη δυναμική που θα ανέπτυσσε η νέα αυτή θρησκεία που διακονούσε πρωτάκουστα προτάγματα. Η εκ των υστέρων θρυλούμενη υπερβολική προσήλωσή του στον χριστιανισμό και τις αξίες του, μάλλον δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα αλλά και την ιστορική περιγραφή του ως ανθρώπου σκληρού και αδίστακτου, ο οποίος βαρύνεται για ειδεχθείς δολοφονίες συγγενών του, κάτι σύνηθες βέβαια για τη θέση του και την εποχή του, εγκλήματα, ωστόσο, που σε καμιά περίπτωση δεν συμβάδιζαν με τις πρώιμες ανθρωπιστικές αντιλήψεις τής – υπό διαμόρφωση ακόμα – νέας θρησκείας.
Πάντως δεν μπορεί να παραβλεφθεί το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που επέδειξε αναμιγνυόμενος στις εσωτερικές υποθέσεις της νέας θρησκείας. Η παρέμβασή του για την αποκατάσταση της εσωτερικής ενότητας της χριστιανικής Εκκλησίας είναι εντυπωσιακή όταν αυτή είχε διαταραχτεί με την ευρύτατη απήχηση της αιρετικής διδασκαλίας του Αρείου. Τι περισσότερο εντυπωσιακό από τη σύγκληση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 από τον ίδιο τον αυτοκράτορα, σαν ένα ιστορικό γεγονός της νέας πραγματικότητας που διαμορφωνόταν και έμελλε να χαρίσει χαρακτήρα στην αυτοκρατορία αλλά και να διαμορφώσει ριζικά την ιστορία του δυτικού κόσμου μέσω της Ανατολής… Μετά μια χιλιετία νέας κυριαρχίας στον κόσμο, η αυτοκρατορία αυτή θα παραδοθεί στο ιστορικό σκότος μιας νέας δύναμης με την οποία θα βρεθεί αντιμέτωπη.
Μετά τη βάπτιση του Κωνσταντίνου, που χρονολογείται λίγο πριν από τν θάνατό του, ο χριστιανισμός βρήκε στο πρόσωπό του τον πρώτο δικό του αυτοκράτορα, ο οποίος εγκαινιάζει την πολιτική θεολογία του χριστιανισμού, έτσι ώστε κατόπιν να θεωρείται η βασιλική εξουσία θεοδώρητη.
Παρότι ήταν βεβαρημένος με εφτά δολοφονίες συγγενικών του προσώπων, η χριστιανική Εκκλησία τον χαρακτήρισε Άγιο, γιατί με το έργο του και το βάπτισμά του διευκόλυνε την ταχύτερη επικράτησή της στην αυτοκρατορία.
Οι ιστορικοί τον ονόμασαν Μέγα, γιατί το τεράστιο και πολυσύνθετο έργο του επηρέασε αποφασιστικά την παγκόσμια Ιστορία.
Η νέα θρησκεία της νέας πρωτεύουσας! - Media
—————————————————————————————-

 

ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ