Μέγα Ρεύμα Η εκκλησία των Ταξιαρχών

601
Ανακαλύψτε: « H Νέα Αυθεντική Συλλογή Κοσμημάτων από την Κωνσταντινούπολη »

Διαβάσαμε από την σελίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου την ιστορία της εκκλησίας των Ταξιαρχών στο Μέγα Ρεύμα και σας την μεταφέρουμε χωρίς καμία αλλαγή στην γραφή.

Παμμέγιστοι Ταξιάρχες Μεγάλου Ρεύματος – Ἀρναούτκιοϊ

Photo

Ὡς πρῶτος χριστιανικὸς ναὸς τοῦ Μεγάλου Ῥεύματος ἀναφέρεται γενικὰ καὶ ἀόριστα μὲν ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ Εὐσέβιο ἀπὸ τὴν Καισαρεία τῆς Παλαιστίνης, συγκεκριμένα δὲ ἀπὸ τὸν Ἑρμεία τὸν Σῳζόμενο ὁ ὁποῖος πέθανε γύρω στὰ μέσα τοῦ πέμπτου αἰώνα. Ὁ Εὐσέβιος πέθανε τὸ 340. Καὶ οἱ δύο ὡς ἱδρυτὴ τοῦ ναοῦ ἀναφέρουν τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο. Ὁ Ἑρμείας λίγο ἀργότερα γράφοντας τὴν ἐκκλησιαστική του ἱστορία καθορίζει ἀναλυτικότερα τὶς ἐκκλησίες ποὺ ἔκτισε ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Iσαπόστολος. Νὰ τί γράφει : …περισσότερο δὲ λαμπρὸς ναὸς ἐφαίνετο τόσον εἰς τοὺς ξένους ὅσον καὶ εἰς τοὺς ἐντοπίους, καθὼς ὅλοι τὸ ὁμολογοῦν, ἡ ἐκκλησία ποὺ κτίσθηκε εἰς τὸ μέρος ποὺ ἄλλοτε ὀνομάζονταν “Ἑστίαι”. Ὁ τόπος δὲ αὐτὸς εἶναι τὸ χωρίον τὸ ὁποῖον τώρα ὀνομάζεται “Μιχαήλιον”. . .

Ὀνομάσθηκε δὲ ἔτσι γιατί πίστευαν ὅτι ἐκεῖ ἐμφανίζονταν ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ καὶ ὅσοι τὸν ἐπικαλοῦντο εὕρισκαν θεραπεία. Μετὰ ἐννεακόσια καὶ περισσότερα χρόνια ὁ Νικηφόρος ὁ Κάλλιστος ἐπαναλαμβάνει τὰ γραφόμενα τοῦ Σῳζόμενου.

Ὁ Βυζαντινὸς χρονογράφος Θεοφάνης (9ος αἰώνας) γράφει τα ἑξῆς σχετικὰ μὲ τὸ ναό του Μ. Ῥεύματος “…τότε δὲ τὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας, καὶ τῶν Ἀποστόλων, καὶ τοῦ Ἀρχαγγέλου ἐν τῷ Ἀνάπλῳ , ὁ φιλόχριστος βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ὠκοδόμησε…”
Ἀπο τὶς μαρτυρίες αὐτὲς φαίνεται ὅτι πράγματι πρόκειται περὶ ἐκκλησίας ποὺ χτίσθηκε στὸ χωριὸ Μέγα Ῥεῦμα… Δὲν γνωρίζουμε μὲ ποῖο ρυθμὸ καὶ σὲ ποῖο μέγεθος κτίσθηκε ὁ ναὸς ἐκεῖνος.

Περισσότερα γνωρίζουμε γιὰ τὸν ναό του Μ. Ῥεύματος τὸν ὁποῖο ἔχτισε ὁ Μ. Ἰουστινιανός. Περιγράφεται ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ Προκόπιο. Αὐτὸς ἀναφέρει “τὴν ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος ἐκείνου γενομένην μεγέθυνσίν του πρὸς τὴν παραλίαν ἐδάφους (ὅπου σήμερα ἡ ἀποβάθρα καὶ τὰ ἑκατέρωθεν αὐτῆς σπίτια), ἀφοῦ μέρος τῆς θάλασσας γεμίσθηκε μὲ πέτρες”. Μὲ τὴν ἐπέκταση αὐτὴ πρὸς τὴν θάλασσαν τοῦ ἐδάφους διευρύνθηκε ὄχι μόνο ἡ προκυμαία, ἀλλὰ καὶ ἡ παρὰ τὸν ναὸ (πρὸς νότο) ἔκταση, ὅπου εὑρίσκετο, καθὼς καὶ σήμερα, ἡ ἀγορὰ τοῦ χωριοῦ. Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀγορὰ ἡ αὐλὴ τῆς ἐκκλησίας ( καὶ σήμερα ἡ ἴδια αὐλὴ μὲ τὸν ἀνθόσπαρτο κῆπο της) νὰ περικυκλώνῃ μὲ τοὺς τοίχους της τὸν ἐντὸς αὐτῆς ναό. Ὁ Προκόπιος μὲ τὴν περιγραφή του αὐτή μας δίνει νὰ καταλάβουμε ὅτι ὁ ναὸς τοῦ Ἰουστινιανοῦ κτίσθηκε στὴν τοποθεσία περίπου τοῦ σημερινοῦ ναοῦ.

Ὁ ναὸς αὐτὸς τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ὁ μεγαλοπρεπὴς καὶ στέρεος, ποὺ ἔχει τὸ σχῆμα καὶ τὸ σχέδιο τοῦ ναοῦ Σεργίου καὶ Βάκχου καὶ ποὺ μοιάζει καὶ μὲ τὸν ναὸ τοῦ Προδρόμου, διατηρήθηκε – μὲ ἐπισκευὲς κατὰ καιρούς -, ὡς τῶν παραμονῶν τῆς Ἁλώσεως.

Μετὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ μεγάλου ἐκείνου ναοῦ οἱ Μεγαρευμιῶτες, ὅσοι ἐπέζησαν μετὰ τὴν 29η Μαΐου 1453, δὲν θὰ ἔμεναν χωρὶς οἶκο λατρείας. Ἄλλωστε ὑπῆρχαν ἀρκετὰ παρεκκλήσια. Ὅταν ὁ Γύλλιος, πέρασε ἀπὸ τὸ χωριὸ Μιχαήλιον, βρῆκε μόνο ἐρείπια καὶ τάφρους. Ὑπῆρχε ὅμως ὁ νέος ναὸς ὁ ὁποῖος κτίσθηκε εὐθὺς μόλις συμπληρώθηκε ἕνας ἀριθμὸς νέων συνοικιστῶν τοῦ χωριοῦ οἱ ὁποῖοι ἑνώθηκαν μὲ τοὺς παλαιοὺς Μεγαρευμιῶτες ποὺ ἐπέζησαν. Ὁ νέος ναὸς εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖο 126 χρόνια μετὰ ἀπὸ τὴν Ἅλωση εἶχε ἐπισκεφθεῖ ὁ ἱερέας τῆς ἐδῶ Γερμανικῆς Πρεσβείας Στ. Γερλάχιος (Gerlasch). Στὸ Ἡμερολόγιό του γράφει “σήμερα εἶμαι στὸν Ἅγιον Ἄγγελον (δηλ. τὸ Μιχαήλιον), χωρίον στὸν Βόσπορον, ἐπάνω ἀπὸ τὸν βασιλικὸν κῆπον ὅπου ὑπάρχει μία μεγάλη δεξαμενὴ (σιτέρνα) νεροῦ, καὶ ἐπάνω στὸν λόφον ἀμπέλια”.’

Κατόπι προσθέτει ὅτι ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ ὑπάρχει μικρὴ ἐκκλησία στὸ ὄνομα τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Γιατί λέγει ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ; Κατὰ πᾶσα πιθανότητα ἡ παραλία ἦταν τότε ἀκατοίκητη καὶ τὰ σπίτια βρίσκονταν, καθὼς φαίνεται ἀπὸ τὴν ἀφήγηση τοῦ Γερλαχίου, πρὸς τὰ μέρη ὅπου εἶναι ὁ κῆπος τοῦ Χοσχόση, ὁ Γενῆ-Μαχαλὲς καὶ ἡ Ἁγία Κυριακή. Ἑπομένως ἡ θέση τῆς παλαιᾶς ἐκκλησίας, ὅπου κτίσθηκε καὶ ἡ μικρή, ποὺ βρῆκε ὁ Γερμανὸς ἱερέας, φαίνονταν ἔξω ἀπὸ τὰ σπίτια. Μικρὴ δὲ ἡ ἐκκλησία ἐκείνη γιατί λίγοι ἦταν μετὰ τὸν νέο συνοικισμὸ οἱ κάτοικοι. Ἄλλωστε, οἱ Σουλτάνοι δὲν ἐπέτρεπαν τότε νὰ κτίζονται εὐρύχωρες ἐκκλησίες, καὶ ὅσες κτίζονταν ἔπρεπε νὰ στηρίζονται ἐπάνω σὲ τοίχους ἢ σὲ ἐρείπια τοίχων βυζαντινῶν ἐκκλησιῶν.

Ὁ Γερλάχιος περιγράφει τὶς εἰκόνες ποὺ εἶχε ἡ ἐκκλησία ἐκείνη. Πολλὰς εὗρον λέγει “τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου, τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, τοῦ πατρὸς καὶ τῆς μητρὸς τοῦ Προδρόμου, τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, τῶν Ἁγίων Γεωργίου καὶ Δημητρίου, τοῦ Ἁγίου Ὀνουφρίου ποὺ εἶχε μακρυᾶ γένεια καὶ ἔμοιαζε τοῦ Ἅγι Βασίλη, τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου πατριάρχου Ἀλεξανδρείας”. Τὴν ἐκκλησία τὴν ὁποία ἐπισκέφθηκε ὁ Γερλάχιος, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἀνέκτησε καὶ ἀνακαίνισε ὁ Μανολάκης, ὁ Καστοριανός, (Μάνος), ὁ πανίσχυρος κατὰ τὸν δέκατο ἕβδομο αἰώνα. Στὸ συνοδικὸ γράμμα ποὺ ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν πατριάρχη Καλλίνικο τοῦ Ἀκαρνάνος, καὶ ἀφορᾶ τὸ ἐν Κωνσταντινουπόλει σχολεῖον (τὴν Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή), διαβάζουμέ τα ἑξῆς λόγια γιὰ τὸν φιλόμουσο καὶ εὐσεβῆ αὐτὸν ὁμογενή: “καὶ γὰρ αὐτὸς ὁ τῆς σοφίας ἐραστῆς ἐν ἄρχουσι κυρ Μανουήλ, κατὰ τοὺς μικρὸν ἔμπροσθεν χρόνους θεόθεν, σὺν ἄλλοις μὲν τοῖς ἀλλαχοῦ παρ᾽ αὐτὸν φιλεργηθεῖσι φροντιστηρίοις τῶν γραμμάτων, ἐξετέλεσε καὶ εἰς Κωνσταντινούπολιν τὴν ἀξιέπαινον, ἢν προειρήκαμεν σχολήν”.

Μία πλάκα ποὺ ἦταν, ἄλλοτε χωμένη μέσα στὸν τοῖχο τοῦ περιβόλου τῆς ἐκκλησίας – τώρα τοποθετημένη στὸν κῆπο τῆς ἐκκλησίας – ἔχει τα ἑξῆς γράμματα:
Ἡ παροῦσα οἰκοδομὴ ἀνεκαινίσθη παρὰ τοῦ ἐντιμοτάτου καὶ ἐνδοξοτάτου ἐν ἄρχουσιν υἱοῦ κυροῦ Μανουὴλ ἐκ Καστορίας Ἠπείρου ψυχικῆς αὐτοῦ σωτηρίας ΑΧΟΖ (1677)
ΜΗΝΙ ΜΑΪΩ.

Ἡ πλάκα αὐτὴ κατὰ τὸ 1900 καὶ ἴσως ἀκόμη παλαιότερη ἦταν, ὅπως ἀναφέρθηκε, χωμένη στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ τοίχου ποὺ περιβάλλει τὸν ναό. Ὁ μακαρίτης Μ. Γεδεὼν ἀπατηθεὶς ἀπὸ τὴν πλάκα αὐτή, χωρὶς νὰ δῇ στοὺς κώδικες τῆς Κοινότητας ὅτι δύο φορὲς κάηκε ὁ ναὸς τοῦ Μεγάλου Ῥεύματος, ὅταν ἔληγε ὁ l8ος αἰώνας (1797 καὶ 1798), χωρὶς νὰ παρατηρήσῃ ἔξω ἀπὸ τὸ ἱερὸ βῆμα τὴν ἐπιγραφὴ :
Κτήτορας ὁ μέγας Θεόδωρος Βίκος ἀπὸ Κοστάντζικο ἀπὸ τὴν ἐπαρχία τὸ Σισάκο κ.τ.λ. , χωρίς, νὰ προσέξῃ σὲ ὅλα αὐτά, ἔγραφε: ὁ ναὸς τοῦ Μεγ. Ῥεύματος,ὡς οἰκοδομή, οἵα φαίνεται σήμερον ἐστιν ἔργον τοῦ 17 αἰῶνος, ὡς δείκνυσιν ἐπιγραφὴ σῳζομένη κ.λ.π.
Στὸν ναὸ τοῦ Καστοριανοῦ, ὁ ὁποῖος στὸ μεταξὺ εἶχε ἐπισκευασθεῖ, ἔγιναν ἐκλογὲς καὶ χειροτονίες πατριαρχῶν καὶ ἀρχιερέων. Κατὰ τὸν μῆνα Μάϊο τοῦ 1767 σὲ πανήγυρη στὴν ὁποία συμμετεῖχε πολὺς κόσμος, καθὼς γράφει ὁ Σέργιος ὁ Μακραῖος, στὸ ναὸ τῶν Ἀσωμάτων στὸ Μ.Ρ. , “τὴν ἱερὰν ἐκτελῶν πατριαρχικὴν λειτουργίαν ὁ Ἁγιώτατος Πάπας καὶ Πατριάρχης (Ἀλεξανδρείας) Ματθαῖος χειροτονεῖ ἰδίοις χειρὶ ἀρχιερέα καὶ Πατριάρχην τὸν κυρ Κυπριανόν.

Τὴν 20 Ἰουνίου τοῦ 1783 τὸν Κυπριανὸν πρὸς Κύριον ἐκδημήσαντος. . . προεβιβάσθει εἰς τὸν ἁγιώτατον θρόνον Ἀλεξανδρείας ὁ Μετρὼν ἐπίσκοπος Γεράσιμος, γενομένης τῆς μεταθέσεως ἐν τῷ Ναῷ τῶν Ἀσωμάτων, κειμένῳ κατὰ τὸ Μ. Ῥεῦμα.

Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω ἐξάγεται ὅτι ὁ ναὸς τοῦ Καστοριανοῦ ἀνακαινίσθηκε κατὰ τὸ ἔτος 1796. Ἕνα ἔτος περίπου, μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνακαίνιση τοῦ 1796, ἡ ἐκκλησία τοῦ Μ. Ῥεύματος κάηκε καθὼς καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Ἡ Ἐκκλησία κτίσθηκε ἐκ νέου καὶ δαπανήθηκαν γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ ὅπως ἀναφέρουν οἱ κώδικες 77249 γρόσια. Ἡ ἀνοικοδόμηση ἔγινε πλήρης κατὰ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1798. Ἀλλὰ τὸ ἴδιο ἔτος, κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος νέα πυρκαγιὰ ἀποτέφρωσε ἐντελῶς τὸν μόλις ἀνοικοδομηθέντα ναό.

Ὁ μετὰ τὴν πρώτη πυρκαγιὰ ἀνοικοδομηθεὶς ναὸς κτίσθηκε μεγαλύτερος σὲ διαστάσεις ἀπὸ τὸν προηγούμενο. Ὁ μετὰ τὴν δεύτερη πυρκαγιὰ κτισθεὶς ναὸς ἦταν πράγματι λαμπρός, καθὼς μᾶς πληροφορεῖ ἕνα χρυσόβουλο τοῦ αὐθέντου Ἀλεξάνδρου Νικολάου Σούτσου, ἡγεμόνα τῆς Μολδαβίας, ποὺ ἐκδόθηκε τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1801. Ἀπὸ τὴν ἰδία πηγὴ πληροφορούμαστε ὅτι ὁ ναὸς τοῦ 1799 (ὁ δεύτερος) εἶχε καὶ παρεκκλήσιο τιμώμενο στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου. Τὸ παρεκκλήσιο αὐτὸ δὲν ὑπάρχει σήμερα.

Λόγος γίνεται πάντως γιὰ τοὺς δύο ἀρχιτέκτονες Ἰωάννη καὶ Κομνηνὸ καὶ γιὰ τὴν ἀπόλυτη πληρεξουσιότητα ποὺ εἶχε δοθεῖ ἐκ μέρους τῶν εὐγενέστατων ἀρχόντων καὶ τῶν “ἐγχωρίων” τοῦ Μ. Ῥεύματος στὴν ἐπιτροπὴ τῆς ἀνέγερσης. Κατὰ τὰ ἔτη 1845-46, μὲ καψιμάλη τὸν Νικόλαο Σκόρδα , ἔλαβε χώρα μιὰ ἀρκετὰ μεγάλη ἐπισκευή. Ἡ ἐπισκευὴ ἔγινε μὲ συνεισφορὰ ἀτόμων καὶ ἐσναφιῶν. Ἀπὸ ἄτομα εἰσπράχθηκαν γρόσια 1184,20, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὰ 500 ἔδωσε ὁ Σόφιαλης Χαζάραγας.

Μετὰ 50 περίπου ἔτη ἀπὸ τὴν ἐπισκευὴ αὐτὴ χτίσθηκε ὁ πράγματι περικαλλὴς καὶ μέγας ναὸς τῶν Πάμμ. Ταξιαρχῶν ποὺ εἶναι ἐφάμιλλος πρὸς τοὺς ὡραιότερους ναοὺς τῆς Πόλης, τῶν ναῶν τῆς Ἁγίας Τριάδος Πέρα, Ἁγίας Τριάδος Χαλκηδόνος καὶ Παναγίας Ἐλπίδος Κοντοσκαλίου. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ κτίρια ποὺ τιμοῦν τοὺς Μεγαρευμιῶτες καὶ προκαλοῦν τὸν θαυμασμὸ τῶν ξένων. Ὅλοι οἱ κάτοικοι συνετέλεσαν, ἄλλοι μὲ τὸ χρῆμα καὶ ἄλλοι μὲ τὴν ἐργασία τῶν χειρῶν τους, ἀπὸ εὐλάβεια, στὸ νὰ ἀποτελειωθῇ ὁ ναὸς αὐτός. Ὁ μακαρίτης Δημοσθένης Νικολαϊδης μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ ἀκούραστη δραστηριότητα ἐργάσθηκε γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τοῦ σημερινοῦ ναοῦ.
`Ο ναΐσκος τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς ὑπενθυμίζει τὴν μετὰ τὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1798 (Ἰανουάριος 1799) κατάσταση. Τὸ παρεκκλήσιο αὐτό, δὲν ἀφιερώθηκε στὴν Ἁγία Παρασκευὴ τὴν ἀπὸ τὴν Ῥώμη καταγόμενη (26 Ἰουλίου ἑορτάζεται), ἀλλὰ στὴν Νέα, τὴν ἐπονομαζόμενη “Ἐπιβατιανή”. Τῆς ἁγίας αὐτῆς τὸ λείψανο ὡς τὸ 1642 φυλάσσετο στὸν πατριαρχικὸ ναὸ ὅπου μεταφέρθηκε ἐκεῖ ἀπὸ τὸ Βελιγράδι. Κατόπιν ὅμως, δηλαδὴ τὸ 1642 ὁ ἡγεμὼν τῆς Μολδαβίας Βασίλειος Βοεβόδας, ξοδέψας 300 πουγγειά, τὴν ἔφερε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη ὡς στὸ Γιάσι μὲ καπουτζήμπασι. Ἐπειδὴ δέ, οἱ ἡγεμόνες τῆς Μολδαβίας καὶ Βλαχίας εἶχαν πολλοὺς δεσμοὺς μὲ τὸ Μέγα Ῥεῦμα, ἡ ἐκεῖ Ἁγία Παρασκευὴ εἶναι ὄχι ἡ παλαιὰ ἡ μνημονευόμενη κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιο ἀλλὰ ἡ Νέα ἀπὸ τὴν περιοχὴ Ἱπποβατῶν πλησίον τῆς Σηλυβριᾶς. Γι᾽ αὐτὸ ὀρθὰ ὁ Μ. Γεδεὼν σημειώνει στὸ ἑορτολόγιο Κωνσταντινουπολίτου προσκυνητοῦ, τὴν 14 Ὀκτωβρίου – Παρασκευῆς τῆς Νέας. Ἄγνωστη ἡ ἀκριβὴς χρονολογία τῆς μετάθεσης τῆς πανήγυρης στὴν 26η Ἰουλίου.
Τὸ παρεκκλήσιο κτίσθηκε κατὰ τὸν δέκατο ὄγδοο αἰώνα καὶ πολὺ πιθανὸν ἀπὸ τὴν οἰκογένεια Ρακοβίτζα, ἡ ὁποία πρώτη εἶχε ἀπολύσει χρυσόβουλο γιὰ χρηματικὴ βοήθειά τοῦ Ἱ. ναοῦ τῶν Π. Ταξιαρχῶν.
Ὁ Γερλάχιος μᾶς περιέγραψε μερικὲς εἰκόνες τοῦ ναοῦ τοῦ 1565. Οἱ ἄλλες εἰκόνες τῶν δυὸ ναῶν τοῦ 1797 καὶ 1798 κάηκαν, περισώθηκαν μόνο μερικοὶ δίσκοι, κατσιὰ (θυμιατὰ κοντά), δισκοπότηρα, ὁ μεγάλος κώδικας καὶ μερικὰ παλαιὰ ἄμφια ποὺ ὅλα αὐτὰ φυλάσσονταν στὸ ὑπόγειο (γκιαργκίρι) τῆς ἐκκλησίας. Ἐπίσης σώθηκε καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ τέμπλου της τοποθετημένη εἰκόνα τῆς Μαυρομωλίτισσας ποὺ ἐγκαίρως μετακομίσθηκε. Στὸ μεγάλο κώδικα καταγράφονται τὰ ἄμφια καὶ ἱερὰ σκεύη κατὰ 1η Φεβρουαρίου 1708:
5 χρυσᾶ πετραχήλια ,7 φαιλόνια χρυσᾶ ,10 φελώνια ἀπὸ αὐθεντικὰ καβάδια (οἱ ἡγεμόνες διοριζόμενοι περιεβάλλοντο μὲ καβάδια ὑπὸ τοῦ βεζίρη), 10 φαιλόνια παλαιά, 3 Εὐαγγέλια ἀσημωμένα, μία ρόκα πολυελαίου μὲ τὸ σιδηρὸ τῆς δράμια 3600 , καὶ 35 χιλιάδες δράμια ἀσημικά, ἕν δισκοπότηρο μεγάλο μὲ τὸ δισκάριό του καὶ μὲ τὴν λαβίδα του, ἀφιέρωμα τοῦ μακαριστοῦ Μιχὰλ Βόδα.
Στὴν σελίδα 15 τοῦ Μ. κώδικα καταχωρίζεται “εἷς τὸ μεγάλο Εὐαγγέλιο μερεμέτι καὶ γιαλτίζι γρ. 18, ἐπὶ Δημητρίου Σκαναβὴ ”.
Ἀπὸ τὰ ἄμφια καὶ τὰ ἱερὰ σκεύη διασώθηκαν ὅσα δὲν ἐφθάρησαν ἐντελῶς καὶ ὅσα φυλάχτηκαν στὸ ὑπόγειο “κεβγκίρη”. Ὁ μεγάλος ἀέρας, τὸ μεγάλο Εὐαγγέλιο, τὸ μεγάλο δισκοπότηρο καὶ ἄλλα σῴζονταν ὡς τὸ 1948.

Μητροπολίτης Ἠλιουπόλεως Γεννάδιος

Photo

———————————————————————————————–

http://www.ec-patr.org/afieroma/churches/show.php?lang=gr&id=32