Μουσική και χοροί των Μικρασιατών

1584
Ανακαλύψτε: « H Νέα Αυθεντική Συλλογή Κοσμημάτων από την Κωνσταντινούπολη »

Η μουσική και τα τραγούδια της ελληνικής Ανατολής δημιουργούν ένα πολύ γοητευτικό σύνολο που παραμένει μέχρι σήμερα ζωντανό κι ελκυστικό για πάρα πολλούς Έλληνες, πρόσφυγες και γηγενείς. Με την ιδιότυπη γλώσσα και τον υψηλό ποιητικό λόγο, με την ιδιορρυθμία και τη μελωδικότητα των ήχων και των οργάνων, με τη γνησιότητα, τη σπάνια ομορφιά και τη μαγική της δύναμη, με το πηγαίο ύφος και την εξαιρετική ποιότητά της, πάντοτε μας συγκινεί και μας συναρπάζει. Γιατί η ιωνική μουσική είναι τέχνη μεγάλη και σπουδαία, με ύφος μοναδικό κι απαράμιλλο ήθος και αποτελεί έναν από τους μυστικούς ομφάλιους λώρους που μας δένουν άρρηκτα με τις ιστορικές ελληνικές πατρίδες της Μικρασίας.

Στη Σμύρνη κάθε ράγκο είχε τη μουσική του. Οι αριστοκράτες διασκέδαζαν με πιάνα, τραγουδώντας οπερέτες, λυρικά ευρωπαϊκά άσματα, άριες από όπερες και ερωτικά τραγούδια της μόδας. Η μεσαία τάξη αρέσκονταν σε τραγουδάκια του συρμού, σε αστικά δημοτικοφανή (όπως η Κορδελιώτισσα ή η Μπουρνοβαλιά), σε ξένα σουξέ, σε τραγούδια καθαυτό σμυρναίικα ή παλιολλαδίτικα εισηγμένα, κυρίως πατριωτικά, κλέφτικα κλπ., και σε μελωδίες διαφόρων προελεύσεων. Το μπάσσο ράγκο – η κατώτερη τάξη – προτιμούσε τα γνήσια δημοτικά, τις τούρκικες, εβραίικες ή αρμένικες λαϊκές επιτυχίες, ακόμη και τα ρεμπέτικα ή τα τραγούδια των καταγωγίων.

Σπουδαίο ρόλο στα μουσικά πράγματα της Ιωνίας έπαιξαν μετά το 1900 και οι εστουδιαντίνες της Σμύρνης, που καλλιέργησαν συστηματικά τη μουσική και το λαϊκό τραγούδι και ηχογράφησαν πολλούς δίσκους φωνογράφου.

Κομπανίες με μουσικούς και τραγουδιστές κυρίως Έλληνες, αλλά κι Αρμένηδες, Εβραίους και Τούρκους, έπαιζαν για το κοινό σε διάφορα κέντρα διασκέδασης, όπου σύχναζαν οι κάτοικοι, αναλοής με το ράγκο ντως – την κοινωνική τους τάξη. Τους συνόδευαν συχνά Ρωμιές, Τουρκοπούλες, Οβριές, Λεβαντίνες, Ταλιάνες και Φραντσέζες, Γύφτισσες, Βλάχες κι Ουγγαρέζες που χόρευαν και τραγουδούσαν μπροστά σε ένα κοινό προερχόμενο απ’ ούλα τα μιλέτια τσ’ Ανατολής και τση Δύσης. Σε μπιραρίες, ξενοδοχεία και ταβέρνες, σε καφέ αμάν και καφέ σαντάν, σε θέατρα και λέσχες ακούγονταν κάθε λογής τραγούδια. Βιολιά, σαντούρια, ούτια και κανονάκια, σάζια, λαβούτα, ζίλια και κόψες, τουμπελέκια, κλαρίνα, ταμπουράδες και μπουζούκια, κορνέτες, καραμούζες, λατέρνες, κιθάρες και μαντολίνα, ακόμα και νταβάδες, κρασοπότηρα ή κουτάλια δημιουργούσαν μια μουσική πανδαισία ανεπανάληπτη και μοναδική. Αλάκερη η Σμύρνη ητραγούδαε κ’ ηχόρευγε και ματζί τσης ητραγούδαε κι ούλη η Ρωμιοσύνη τσ’ Ανατολής, κοντά με τσι Τούρκοι και με τσι Οβραίοι, με τσι Λεβαντίνοι, τσ’ Αρμεναίοι και μ’ ούλο το ντουνιά!

   Κι απάνου στα μεράκια ντως και στα ντουτζένια ντως, τσ’ ακριβές ώρες, οι μαχαλάδες αντιβουίζανε αφ’ το σμυρναίικο μινόρε, το πιο λιγωτικό, παθιάρικο και μελωδικό τραγούδι τση Σμύρνης!

Όγοιος μ’ ακούει που τραγουδώ, θαρρεί δεν έχω πόνο,

μα ‘γώ με το τραγούδι μου τον πόνο μου μερώνω.

   Στα παναΰρια και στσι γάμοι ηγενούτανε το σώσε. Ονομαστοί μουσικοί κάθε τόπου ή κομπανίες καλεσμένες από τη Σμύρνη κι άλλες πόλεις παίζανε για μέρες κι ο κόσμος διασκέδαζε, χόρευε και τραγουδούσε με την ψυχή του. Αντιλαλούσε ο τόπος από τις εκπληκτικές μελωδίες του αφτάλικου, του συρτού και του μπάλλου, από τα τζιβαέρια, τα μινοράκια και τα μανεδάκια. Ξακουστά ήταν τα θρησκευτικά πανηγύρια της Παναγιάς στο Μπουρνόβα, τα Βουρλά, το Αϊβαλί, τα Αλάτσατα, τα Μούγλα και τη Νέα Φώκαια, της Αγ. Αναστασίας στο Χορόσκιοϊ τση Μανησάς, του Άη-Γιώργη στο Γκιούλμπαξε, στην Πέργαμο και το Αϊβαλί, της Αγιά-Παρασκευής στη Μαινεμένη, του Άη-Γιάννη στο Σεβντίκιοϊ, στο Μπουτζά, στο Γέροντα, στον Κιρκιντζέ και στο Μελί κι άλλα πολλά, όπου συνέρρεαν χιλιάδες προσκυνητές και πανηγυριώτες απ’ όλη την περιφέρεια.

Και στην προσφυγιά επέζησε το τραγούδι της Μικρασίας. Οι παράγκες κι οι συνοικισμοί πλημμύριζαν κάθε βράδυ με τα προσφυγίτικα τραγούδια, με τα οποία οι Μικρασιάτες έσβηναν τον καημό τους κι απάλυναν τον πόνο τους για τη χαμένη Πατρίδα.

  Τραγούδησε, καρδούλα μου, ως τραγουδούσες πρώτα… Τραγούδησε με μεράκι κι ερωτισμό, με σεβντά κι ασικλίκι, με ηδυπάθεια και σεκλέτι, με νταλκά, με πόνο και παραπονιάρικη φωνή, με ντέρτι και τρυφερότητα, με καημό, νωχέλεια και κέφι, με την ιαστί αρμονία, με τους βυζαντινούς μουσικούς δρόμους και με τα  αραβοπερσικά μακάμια, έτσι όπως ταιριάζει κι όπως αρέσει στη Ρωμιοσύνη όπου γης.

Tα τραγούδια και οι σκοποί που επιζούν σήμερα σε μεγάλο μέρος της λαϊκής μουσικής μας, είναι γνωστό ότι αποτελούν μια κληρονομιά που έρχεται από τα βάθη των αιώνων και από μια περιοχή που βρίσκεται τόσο κοντά όσο και μακριά μας: τη Μικρά Ασία.

Σύμφωνα με τους θεωρητικούς της μουσικής της Αρχαίας Ελλάδας και της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, η χρήση των μουσικών τρόπων δεν αφορούν μόνον την κλίμακα, το ματζόρε και το μινόρε. Οι κανόνες στην ιεραρχία των βαθμίδων και τον τρόπο ανάπτυξης της μελωδίας, αποτελούν τα στοιχεία που προσδίδουν ιδιαιτερότητα σε κάθε μουσικό άκουσμα.

Στην Ιωνία υπήρχαν πολλά μουσικά όργανα. Το λαούτο (αραβικά al’ud), είναι έγχορδο με μακρύ χέρι. Αν και η ιστορία των οργάνων της οικογένειας του λαούτου ξεκινάει από την 3η χιλιετία π.Χ. στη Μεσοποταμία, ο πρόδρομός του εμφανίζεται στην Αίγυπτο το 1300 π.Χ. Το ούτι μοιάζει πολύ με το λαούτο, είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στις αραβικές χώρες και έχει μικρότερο χέρι. Η λύρα παίζεται με τόξο και έχει μεγάλη συγγένεια με το περσικό καμαντσέ και το αραβικό ρεμπάμπ. Το κανονάκι, το νυκτό χορδόφωνο και το σαντούρι είναι επιτραπέζια όργανα.

Στη Σμύρνη υπήρχαν χοροί που χορεύονταν σε όλη την Ελλάδα: καλαματιανός, συρτός, αλλά και πολλοί χοροί «τοπικοί», όπως ο καρσιλαμάς, αντικριστός χορός (στα τουρκικά carsi=αντίκρυ, απέναντι), ο ζε?μπέκικος που προέρχεται από τους ζε?μπέκηδες, το τσιφτετέλι (στα τουρκικά ciftetelli = με διπλή χορδή), ο χασάπικος, ο χορός των χασάπηδων της Πόλης και άλλοι. Στην Αθήνα και τον Πειραιά ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα τα μουσικά συγκροτήματα από τη Σμύρνη εμφανίζονταν με Αρμένηδες, Τούρκους ακόμη και Εβραίους μουσικούς παντρεύοντας στοιχεία από τη μουσική τους στις δικές τους συνθέσεις.

Μουσική και χοροί των Μικρασιατων

Η μικρασιατική μουσική, και ιδίως η σμυρναίικη, είχε γίνει γνωστή και πολύ αγαπητή στην Ελλάδα από τα καφέ-αμάν και τις παραστάσεις του επίσης δημοφιλούς Καραγκιόζη. Μάλιστα, το 1889 στο κέντρο «Το περιβολάκι του Γερανίου» εμφανιζόταν ένα μουσικό συγκρότημα από τη Σμύρνη με τον βιολιστή Γιοβανίκα και την τραγουδίστρια κιορ-Κατίνα.

Στη Σμύρνη από τα μέσα του 19ου αιώνα τραγουδιόνταν καντάδες στις οποίες κυριαρχούσαν δυτικά στοιχεία, τα «ρεμπέτικα», δηλαδή τραγούδια σε μοτίβα παραδοσιακά, οι αμανέδες, (τα τουρκικά γκαζέλ) μακρόσυρτα τραγούδια βασισμένα σε βυζαντινές και οθωμανικές κλίμακες και αρκετά τούρκικα τραγούδια, όπως το «Μέμο» που ήταν εξαιρετικά δημοφιλές στα καφέ-αμάν της Αθήνας λίγο πριν από την έλευση του 20ού αιώνα.

Ο ερχομός των προσφύγων του ‘22 διαμόρφωσε το είδος της μουσικής και κατά συνέπεια τα τραγούδια που ακούγονταν και τραγουδιόνταν στην Αθήνα. Την περίοδο που ανθούσε το «μεσοπολεμικό και πρώτο μεταπολεμικό λαϊκό-ρεμπέτικο» υπήρχαν 70 εκλεκτοί μουσικοί από τους οποίους οι 30 ήταν Μικρασιάτες πρόσφυγες, κυρίως από τη Σμύρνη και τα περίχωρά της.

Ο Θεόδωρος Χατζηπαναγής στο βιβλίο του «Της Ασιάτιδος Μούσης Ερασταί» γράφει ότι η πορεία της ελληνικής μουσικής σημαδεύτηκε από την παρουσία των προσφύγων: «Εφεραν από τα μικρασιατικά ακρογιάλια τους χανεντέδες της Σμύρνης, για να διασταυρώσουν την τέχνη τους με τον ταμπουρά του Μίμαρου και να κάνουν δυνατό να ξεπεταχτεί, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, ένα νέο θαλερό βλαστάρι της ανατολίτικης παράδοσης του ελληνικού λαού, το ρεμπέτικο τραγούδι».

Κείμενα: Βερονίκη Δαλακούρα
Φωτογραφίες: Μάρω Κουρή

ΚΙΟΡΟΓΛΟΥ

Ένας χορός των προσφύγων από τη Μ. Ασία

Ο Κιόρογλου είναι χορευτικός σκοπός σε πεντάσημο ρυθμό (2+3), γνωστός στους αγροτικούς πλη­θυσμούς της Μικράς Ασίας, που μεταφέρθηκε από τους πρόσφυγες το 1923 στα νησιά του Αιγαίου, τη Μακεδονία και όπου αλλού εγκαταστάθηκαν. Στα τούρκικα «Κιόρογλου» σημαίνει «γιος του τυφλού» και αναφέρεται σε έναν περιπλανώμενο ραψωδό, πού ή φήμη του είχε διαδοθεί σε όλη τη Μικρά Ασία. Ο Κιόρογλου, σύμφωνα με τη λαϊκή πα­ράδοση και το ομώνυμο επικό τραγούδι, ήταν ένας λη­στής πολύ αγαπητός στα φτωχά λαϊκά στρώματα, γιατί λήστευε τους πλούσι­ους και βοηθούσε τους φτωχούς. Ο Κιόρογλου και το Ατ χαβασί είναι χαρακτηριστικοί 5σημοι οργανικοί σκοποί, που παίζονταν προπολεμικά στο πανηγύρι του Αγίου Χαραλάμπους, στην Αγία Παρασκευή της Λέσβου. «Ατ χαβασί» σημαίνει στα τούρκικα «σκοπός του αλό­γου».Ο σκοπός γνώρισε διάφορες στιχουργικές και γλωσσικές εκδο­χές.

  • Στην ελλη­νική δισκογραφία πρωτοπαρουσιάζεται μάλ­λον το 1931-32 με την Ρόζα Εσκενάζυ στο δίσκο «Το σαλβάρι του Κιόρογλου», Odeon 1653, σε στίχους και μουσική του Σταύρου Παντελίδη ή Σμυρνιού.
  • Από το Νίκο Διονυσόπουλο στο ΛΕΣΒΟΣ ΑΙΟΛΙΣ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ. Διπλό CD Α Π.Ε.Κ. 9, έχει καταγραφεί μια παραλλαγή το 1994, με την Πέρσα Πασινιού (γ. 1936).
  • Ο Γιώργος Κωνστάντζος, που έχει δημοσιεύσει «Τα τραγούδια της Σμύρνης» σε παρτιτούρες, έχει καταγράψει τον Κιόρογλου με τον τίτλο «Σαν φορούσα το σαλβάρι», σε ρυθμό όμως 4/4.
  • Από μαρτυρίες φαίνεται ότι ο σκοπός τραγουδιόταν και με τούρκικα λόγια.

Το σαλβάρι του Κιόρογλου

Δίσκος Odeon G.A. 1653 / 1933, Τραγούδι Ρόζα Εσκενάζυ

Στίχοι και μουσική : Σταύρος Παντελίδης – Σμυρνιός.

Άι, χάι! Σαν φορούσα το σαλβάρι,

κείνο τον καιρό, άμαν, κείνο τον καιρό.

Τα κορίτσια με κοιτούσαν,

μέσα στο χορό, μέσα στο χορό.

Ήμουν μερακλής σε όλα, αχ, σαν θυμηθώ,

τα ωραία κείνα χρόνια, δεν τα λησμονώ.

Άι, χάι! Σαν περνούσ’ από την πιάτσα,

με χαζεύανε, άμαν, με χαζεύανε.

Όλο έμορφα κορίτσια,

αχ, με ζηλεύανε, με ζηλεύανε.

Το σαλβάρι μου κοιτούσαν όλες, βρε παιδιά,

αχ, κι αυτό το γελεκάκι που’ μουν λεβεντιά.

Άι, χάι! Παίξτε μου για να χορέψω,

παίξτε βρε βιολιά, άμαν, παίξτε τα βιολιά.

Κιόρογλου για να χορέψω

παίξτε βρε παιδιά,

για να θυμηθώ ο καημένος κείνα τα παλιά,

να ξεχάσω τους καημούς μου που’ χω στην καρδιά.

Ο Νίκος Διονυσόπουλος μας δίνει την πληροφορία ότι το «ατ χαβασί» και ο «Κιόρογλου» πιθανότατα πρωτοπαίχθηκαν στη Λέσβο από την μουσική κομπανία του Μαγιάφογλου που ήταν πρόσφυγας από το Αϊβαλί της Μ. Ασίας.

Για τη Λέσβο υπάρχουν προφορικές μαρτυρίες ότι προπολε­μικά ο σκοπός του Κιόρογλου είχε χορευτεί αντικριστά, από δύο άν­δρες με μαχαίρια.



Ο Κώστας Τενεδιός πρόσφυγας από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας χορεύει τον «Κιόρογλου», με τα μαχαίρια, στην κεντρική πλατεία της Νάουσας το 1950.

Ο Κώστας Τενεδιός ήρθε με την οικογένειά του ως πρόσφυγας από το Αϊβαλί της Μ. Ασίας το 1923 σε ηλικία 20 χρονών. Τον χορό Κιόρογλου τον χόρευε είτε μόνος με τα μαχαίρια είτε αντικριστά με την αδελφή του Καλλιόπη. Ήταν χορός που τον χόρευαν στο Αϊβαλί και μετέπειτα στη Νάουσα που ήρθαν ως πρόσφυγες. Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν τον χόρευαν μόνο άνδρες σε ζευγάρια με τα μαχαίρια, αλλά και ένας άνδρας με μια γυναίκα. Από ό,τι φαίνεται στη φωτογραφία, η μελωδία του Κιόρογλου παιζόταν από τους ζουρνάδες. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι οργανοπαίχτες που βλέπουμε στη φωτογραφία είναι οι : ΤράϊοςΔίγκας (ζουρνά) και Θανάσης Ζώρας (νταούλι). Διακρίνονται επίσης οι Ναουσαίοι : Γιώργος Καλαϊτζής, Δημήτρης Χαμουριάδης,ΤέληςΜπιλιούρης, Νίκος Ταβουλάρης, Μήτσος Μαύρος, Θανάσης Κατραντζής. Το σημείο που χορεύει είναι στη σημερινή κεντρική πλατεία της Νάουσας απέναντι από την τράπεζα Πειραιώς. Στο μέρος αυτό, ο Δήμος της Νάουσας είχε φτιάξει το 1949 παράγκες που τις παραχώρησε σε όσους είχαν καεί τα καταστήματά τους, ως πυροπαθείς, για να κάνουν μαγαζάκια. Εδώ ο ΚώσταςΤενεδιός είχε ένα μικρό ταβερνάκι και παραδίπλα δυο μηχανές με τις οποίες έβγαζε γκαζόζες.

Για τον χορό, ο Σόλωνας Λέκκας, τραγουδιστής (γεν. 1946) από την Πηγή Λέσβου, αναφέρει:

«Παλιά γλεντούσαν ο κόσμος και οι γέροι ακόμα γλεντούσαν. Άμα σηκωνόταν ο γέρος να χορέψει, προτιμούσε το βαρύ σκοπό. Δυο χόρευαν στο συρτό, δυο στον καρσιλαμά, δυο στο ζεϊμπέκικο, μπορεί και μοναχός κάποιος, αλλά συνήθως σηκώνονταν και χόρευαν δυο. Οι παλιοί που χόρευαν σκοπούς με τα μαχαίρια, τα χτυπούσαν πάνω στο σκοπό, όχι με τα σχέδια που θα κάνεις. Ο «Κιόρογλους» είναι ένας χορός που οι παλιοί τον λέγανε «Πεχλιβάνης», που θα πει παλικαράς, γι” αυτό οι παλιοί τον χόρευαν με τα μαχαίρια, όχι σαν τώρα, πάνω στα άλογα».

Βιβλιογραφία

ΛΕΣΒΟΣ ΑΙΟΛΙΣ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ. Διπλό CD Α Π.Ε.Κ. 9 με ένθετο βιβλιαράκι. ΣΥΛΛΟΓΗ – ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : ΝΙΚΟΣ ΔΙΟΝΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ.

Πετρόχειλος Βασίλης, Σταύρος Παντελίδης (1891-1956). Ένας Σμυρνιός συνθέτης του ρεμπέτικου, Εκδόσεις «Τρόπος Ζωής», Αθήνα 2007.

Κωνστάντζος Γιώργος, Τα τραγούδια της Σμύρνης, τ.1Β, Τα λαϊκά, εκδ. FAGOTTO.

Πολιτιστική Εταιρεία Νάουσας ‘‘Αναστάσιος Μιχαήλ ο Λόγιος’’. Νάουσα 19ος – 20ος αιώνας, Νάουσα 1999.

Πηγές

Τενεδιός Θωμάς

Μπιλιούρης Σπύρος

Πηγές στο ίντερνετ

Βασίλης Πετρόχειλος

http://www.myspace.com/stavrospantelidis

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗς

Βιογραφικά Σημειώματα Μουσικών της Λέσβου

Σόλων Λέκκας

http://www.aegean.gr/culturelab/musicians_gr.htm#Lekkas

Χρήστος Ζάλιος

Καθηγητής Φυσικής Αγωγής

Νάουσα

zaliosparadosi

ethnos

mikrasiatis