Οδοιπορικό στο χωριό μου με εικόνες του χθες (Μέγα Ρεύμα)

566

Σαν τα παλιά. Πολλά χρόνια είχα να παραβρεθώ στο χωριό μου, το Μέγα Ρεύμα του Βοσπόρου, στην Πόλη, στη γιορτή των Ταξιαρχών.Φέτος τα κατάφερα και συμμετείχα στη λειτουργία και στη μάζωξη των συγχωριανών μου. Είχα την ευκαιρία να δω  και να συνομιλήσω με συμμαθητές και συνταξιώτες μου, φίλες και φίλους μου από τα παλιά. Όπως είναι γνωστό το Μέγα Ρεύμα είναι ενα ιστορικό προάστιο της Πόλης, όπου ήκμαζε η Ρωμιοσύνη. Το σχολείο, η αστική σχολή της κοινότητας μας, είχε 250 μαθητές και μαθήτριες, ενώ υπήρχαν και περίπου 7 με 8 εκκλησίες και αγιάσματα.

  Ήθελα λοιπόν φέτος να είμαι κι εγώ εκεί και τα κατάφερα. Το “οδοιπορικό” μου , γεμάτο θύμησες, αναμνήσεις και συναισθήματα ξεκίνησε από τα υψώματα του χωριού, τον Προφήτη Ηλία. Εκεί βρίσκεται το νεκροταφείο της κοινότητας μας. Πρώτο μου καθήκον θεώρησα να προσκυνήσω τον τάφο του παππούδων μου. Τους θυμηθηκα όλους. Θυμήθηκα τον προπάππο μου, τον παππού τον Σωτήρη, γεννημένο το 1862 που έφυγε σε ηλικία 96 ετών, όταν ήμουν έξι χρονών παιδάκι. Ηταν ένας ψηλός, γεροδεμένος άνδρας με παλώρια μουστάκια. Στη συνέχεια θυμήθηκα τον παππού μου, το Μανωλάκη τον αχτάρη, όπως τον ήξερε όλο το χωριό. Το μαγαζί του είχε τα πάντα, από χέννα μέχρι τετράδια, κι από φερμουάρ μέχρι τσιγάρα. Εκεί είναι θαμμένη κι η γιαγιά μου η Ερμιόνη, την οποία όμως δε γνώρισα, αφού είχε πεθάνει πολύ νέα, λίγες μέρες πριν γεννηθώ. Κάποια στιγμή σήκωσα τα μάτια κι έκανα ένα γύρω με το βλέμμα. Ονόματα χαραγμένα πάνω σε πλάκες και σταυρούς. Όλα γνώριμα, όλα γνωστά……
  Με ανάμεικτα συναισθήματα πήρα την κατηφόρα για το κέντρο του χωριού όπου βρίσκεται η εκκλησία των Ταξιαρχών. Πέρασα από το σπίτι του Παΐδα, παλιού προέδρου της κοινότητάς μας, στάθηκα μπροστά στο σπίτι του Σωτήρη του Κάλφογλου, κοίταξα από μακριά τα κλειστά παράθυρα του Γιάννη του Μπαλίδη. Κατηφόρισα προς το σπίτι της Νίνας της Τσερκέζογλου, πέρασα από το σπίτι της Καραμάνογλου, μπήκα στο σοκάκι όπου ήταν το σπίτι της Ασκητίδου, κι αφού πέρασα μπροστά από το σχολείο  στάθηκα κι είδα το πατρικό μου σπίτι, στην ανηφόρα απέναντι.
  Τι να πρωτοθυμηθώ απ αυτό; Την πολυπληθή οικογένεια μας που το γέμιζε, τα τραπέζια των γιορτων , όταν η μάνα μου τέτοια μέρα ακολουθώντας τη συνήθεια του τόπου, περίμενε και τραπέζωνε  τις φιλενάδες της μετά την εκκλησία; Στην πρωτοκαθεδρία των φαγητών οι ντολμάδες, ο ταραμάς, η όρνιθα,  το πιλάφι με τα τζιγεράκια, όλα αραδιασμένα σε πιατέλες πάνω στο τραπέζι με το άσπρο κεντητό τραπεζομάντιλο. Αφού όλα αυτά πέρασαν για άλλη μια φορά μπροστά από τα ματια μου, έφτασα στην πόρτα της εκκλησίας. Ο ναός αυτός επιβάλεται και κυριαρχεί στο χώρο με το μέγεθος και την ομορφιά του. Χαρακτηρίζει το χωριό μας κι είναι ο δεύτερος σε μέγεθος στην Πόλη.

   Κοιτάζοντας γύρω μου όμως συνειδητοποίησα πως το χωριό μας έχει πια ερημώσει. Τέτοια μέρα και ο χώρος φάνταζε  άδειος. Λιγοστοί οι πιστοί. Άλλες εποχές ο ναός πλημμύριζε από κόσμο. Σήμερα με τους επισκέπτες από Ελλάδα κι από αλλες περιοχές της Πόλης μόλις που έφθαναν τα 100 άτομα. Συνειδητοποίησα πόσο δύσκολο είναι για τους ανθρώπους που έχουν απομείνει εδώ να κρατούν με ευπρέπεια και σεβασμό αυτήν την κληρονομιά των προγόνων μας. Επιτελούν σημαντικό έργο κι όχι πάντα με τις πιο εύκολες συνθήκες και συγκυρίες.
 Από τους παλιούς συνταξιώτες μου διέκρινα το Δημητρό τον Οντατζή, την Ελένη την Μαγής και το Γιώργο τον Καλφογλου.

 Μετά την απόλυση η αίθουσα της Κοινότητας μας θύμισε και πάλι την αρχοντιά και τον πλούτο του παρελθόντος μας. Κάτι έχει μείνει τελικά. Ας παλέψουμε όλοι να μη χαθεί έστω αυτό το ελάχιστο που απέμεινε.

 Βγήκα στη σκάλα περνώντας από το αχτάρικο του παππού μου,  με τα μάτια αλλά και την ψυχή μου γεμάτη συναισθήματα. Περπάτησα προς το Ρέμα, ανάμεσα στους ψαράδες. Ζωντανεψαν και πάλι οι εικόνες….. Εδώ ψαρεύαμε, κολυμπούσαμε και κατεβάζαμε απ’ τα κιζάκια τις βάρκες. Πιανόμασταν από τα λάστιχα στις κουπαστές των καϊκιών που έφερναν την πραμάτεια στους εμπόρους. Περπάτησα μέχρι το Μπεμπέκι περνώντας δίπλα από το γυαλί του εφοπλιστή Σαντίκ Ζαντελερ, τη θερινή  κατοικία του Αιγύπτιου Πρέσβυ και από το μαλεμπιτζήδικο όπου το τσούρμο της παρέας μας έτρωγε το παγωτό, το μαλεμπί, το Καζάν ντιμπί και το ταουκ γκιοκσου με παγωτό. Σ’ αυτό το μαγαζί που πια δεν υπάρχει, συνεβρίσκονταν όλες οι ηλικίες, κι όλες οι παρέες του χωριού. Η  κοινότητά μας τότε ήταν γεμάτη δυναμική κι ενέργεια, ήταν παρούσα σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής.
  Είχα ολοκληρώσει το “οδοιπορικό” μου με σκέψεις από το χθες. Ένα χθες που στοιχειώνει το σήμερα. Ενα χθες πλούσιο σε ιστορία, βιώματα, εικόνες, ανθρώπους, συναισθήματα….

ssoltaridis.blogspot