Ο Ορχάν Παμούκ μιλάει για την Πόλη του

6068

Ενα απόγευμα με δυνατό αέρα, ο συγγραφέας Ορχάν Παμούκ στεκόταν σε μια πλατεία γεμάτη πεσμένα φύλλα, κοντά στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, απορροφημένος από τις αναμνήσεις του. Προσπέρασε σταθμευμένες μοτοσικλέτες, γερές βελανιδιές και ένα πέτρινο σιντριβάνι, χαζεύοντας μεταχειρισμένα βιβλία σε παραφορτωμένους πάγκους βιβλιοπωλείων, που βρίσκονταν στο ισόγειο μιας σειράς από κτίρια στο χρώμα της ώχρας. To Σαχαφλάρ Τσαρσίσι, το παζάρι μεταχειρισμένων βιβλίων της Κωνσταντινούπολης, ελκύει λογοτεχνικούς τύπους σαν τον Ορχάν Παμούκ, από την περίοδο του Βυζαντίου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Παμούκ, φοιτητής αρχιτεκτονικής τότε και επίδοξος ζωγράφος με αγάπη για τη δυτική λογοτεχνία, έφευγε νωρίς από το σπίτι με το αυτοκίνητό του και, διασχίζοντας τον Κεράτιο Κόλπο, έφτανε στο παζάρι, με σκοπό να βρει τουρκικές μεταφράσεις των έργων των Τόμας Μαν, Αντρέ Ζιντ και άλλων Ευρωπαίων συγγραφέων. «Ο πατέρας μου ήταν καλός και μου έδινε χρήματα. Ερχόμουν εδώ τα πρωινά του Σαββάτου και γέμιζα το πορτ-μπαγκάζ με βιβλία», θυμάται ο νομπελίστας, που στέκεται δίπλα στην προτομή του Ιμπραήμ Μουτεφερίκα, του ανθρώπου που τύπωσε ένα από τα πρώτα βιβλία της Τουρκίας -ένα αραβοτουρκικό λεξικό- το 1732.

«Κανείς άλλος δεν ήταν εδώ τα Σάββατα. Παζάρευα, μιλούσα, συζητούσα. Ηξερα κάθε υπάλληλο. Τα πάντα όμως έχουν αλλάξει σήμερα», είπε υπαινισσόμενος την τουριστική ατμόσφαιρα και την εξαφάνιση των ιδιόρρυθμων τύπων που έτυχε να γνωρίσει ο ίδιος, όπως έναν πωλητή χειρογράφων, ο οποίος ταυτόχρονα κήρυττε τη διδασκαλία του σουφισμού. Τώρα πια, όπως είπε, «έρχομαι μία φορά το χρόνο».

turkey2-thumb-large

Μια μαγική και μελαγχολική πόλη

Ο Παμούκ γεννήθηκε το 1952, τριάμισι χιλιόμετρα μακριά από την αγορά, στην ακριβή περιοχή του Νισάντασι. Γιος επιχειρηματία που σκόρπισε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του σε λάθος επενδύσεις, μεγάλωσε περιστοιχισμένος από συγγενείς και υπηρέτες. Ομως οι καβγάδες των γονιών του και το μόνιμο αίσθημα μιας οικογένειας υπό διάλυση βύθισαν τα νιάτα του σε ανασφάλεια και, κατά περιόδους, μελαγχολία.

Ο συγγραφέας έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Κωνσταντινούπολη, τόσο στο Νισάντασι όσο και στο κοντινό Τζιχανγκίρ, πλάι στον Βόσπορο. Η λογοτεχνία του είναι βαθιά ριζωμένη στην πόλη του, όπως είναι του Ντίκενς στο Λονδίνο και του Ναγκίμπ Μαχφούζ στο Κάιρο. Στα μυθιστορήματά του, το «Μουσείο της αθωότητας», «Το μαύρο βιβλίο» καθώς και το αυτοβιογραφικό «Ιστανμπούλ. Πόλη και αναμνήσεις», προβάλλεται μια μαγική και συνάμα μελαγχολική πόλη, τα απομεινάρια μιας αυτοκρατορίας, διχασμένης από τη σύγκρουση ανάμεσα στους κεμαλικούς και τους ισλαμιστές και αποπλανημένης από τη Δύση. Οι περισσότεροι ήρωες του Παμούκ ανήκουν στην κοσμική ελίτ και οι ερωτικές τους σχέσεις, οι έχθρες και τα πάθη διαδραματίζονται σε καφέ και σε υπνοδωμάτια λίγων γειτονιών.

«Εκανα το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό το 1959, όταν πήγα στη Γενεύη με τον πατέρα μου για το καλοκαίρι και δεν ξαναέφυγα από την Ιστανμπούλ μέχρι το 1982», μου είπε ο Παμούκ. «Ανήκω σε αυτή την πόλη».

turkey4-thumb-large

Το Μουσείο της Αθωότητας στο Τζιχανγκίρ

Το περασμένο φθινόπωρο έστειλα ένα μέιλ στον Ορχάν Παμούκ, ζητώντας του να με ξεναγήσει στις γειτονιές που διαμόρφωσαν τη ζωή και το έργο του. Υστερα από τόσες επισκέψεις στην Κωνσταντινούπολη, ήθελα να δω κάτι πέρα από τα αξιοθέατα, να παρατηρήσω την πόλη με τα δικά του μάτια – ένα μέρος επικής ιστορίας και βαθιών προσωπικών συνειρμών. Ο Παμούκ αμέσως συμφώνησε και δύο μήνες αργότερα τον συνάντησα στο σπίτι του, στην εύπορη συνοικία Τζιχανγκίρ. Το διαμέρισμά του βλέπει στο Τζαμί του Τζιχανγκίρ -ένα μονόλιθο κτίριο του 16ου αιώνα, πλαισιωμένο από μιναρέδες- και στον Βόσπορο, το στενό που σχηματίζει το σύνορο μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.

Συναντηθήκαμε την περίοδο που ολοκλήρωνε το νέο του μυθιστόρημα «A Strangeness in My Mind» (πρόκειται να εκδοθεί στα Αγγλικά το 2015), ένα βιβλίο που καταγράφει τη ζωή ενός μικροπωλητή από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα. Αυτό το συννεφιασμένο απόγευμα, λοιπόν, περπατήσαμε κάνοντας ζιγκ ζαγκ, σχεδόν παράλληλα με τον Βόσπορο, μέχρι την καρδιά του Τζιχανγκίρ, μιας περιοχής που κάποτε κατοικούνταν κυρίως από Ελληνες. Το Τζιχανγκίρ είναι τώρα μια τρέντι γειτονιά γεμάτη με καλλιτέχνες και συγγραφείς, κομψά καφέ, αντικερί και διαμερίσματα με πανάκριβο ενοίκιο.

Στην αναβάθμιση της περιοχής έπαιξε ρόλο ένα δημιούργημα του Ορχάν Παμούκ: το Μουσείο της Αθωότητας, το οποίο άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό το 2012. Το μουσείο είναι ένα μνημείο νοσταλγίας για τη ζωή στην Πόλη τη δεκαετία του ’70 και αποτίνει φόρο τιμής στη δύναμη του παθιασμένου έρωτα. Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του συγγραφέα, περιγράφει την ιστορία του πλούσιου μεγαλοαστού Κεμάλ, που ερωτεύτηκε τη φτωχή πωλήτρια Φισούν και, τυφλός από έρωτα, μάζευε χρόνια ολόκληρα οτιδήποτε είχαν αγγίξει τα χεράκια της.

Ο Παμούκ βρήκε ο ίδιος το κτίριο όπου θα στεγαζόταν το μουσείο και συγκέντρωσε τα αντικείμενα της έκθεσης από υπαίθριες αγορές και από τα οικογενειακά του κειμήλια. Τα εκθέματα είναι τακτοποιημένα σε προθήκες, που ακολουθούν τη σειρά των κεφαλαίων του βιβλίου, εις ένδειξιν της αγάπης άνευ όρων που αισθάνθηκε ο ήρωάς του: κρυστάλλινα μπουκάλια αρωμάτων, πορσελάνινα σκυλάκια, καρτ ποστάλ από την Κωνσταντινούπολη και 4.213 αποτσίγαρα που υποτίθεται ότι έχει καπνίσει η Φισούν, καθένα στη μικροσκοπική του βιτρίνα. «Δεν εξέδωσα βιβλίο για χρόνια, αλλά δικαιολογούμαι», μου είπε ο Παμούκ. «Εφτιαξα ένα μουσείο στο ενδιάμεσο».

  Τα ποδηλατάδικα στο Καράκιοϊ και το Τούνελ πιο κάτω στην πλαγιά είναι η πλατεία Καράκιοϊ. Πρόκειται για έναν ανοιχτό δημόσιο χώρο μπροστά στην προκυμαία, όπου καταλήγουν λεωφόροι με μοντέρνα αρχιτεκτονήματα και κτίρια της οθωμανικής περιόδου, μπαζάρ φαγητού και καταστήματα με ηλεκτρικές συσκευές. Πλανόδιοι πωλούν χυμό από ρόδι και σιμίτ, το γνωστό τουρκικό κουλούρι. Χωμένο πίσω από μια λεωφόρο βρίσκεται ένα στενάκι με οίκους ανοχής που έχουν τη συγκατάθεση του κράτους και φρουρούνται από την αστυνομία. Η περιοχή του Καράκιοϊ ξυπνά στον Ορχάν Παμούκ έντονες μνήμες από την παιδική του ηλικία. Μου έδειξε ένα μέρος με ποδηλατάδικα, όπου ο πατέρας του του είχε αγοράσει το πρώτο του ποδήλατο. Πιο κάτω είναι το πέρασμα που οδηγεί στο Τούνελ, ένα από τα παλιότερα υπόγεια μέσα μαζικής μεταφοράς στον κόσμο.

Διασχίζουμε τη Γέφυρα του Γαλατά, της καρδιάς της παλιάς πόλης, απολαμβάνοντας στα μισά της διαδρομής τη θέα: τουριστικά φέρι και ιδιωτικά σκάφη πλέουν προς τον Κεράτιο Κόλπο και από τη μία πλευρά βλέπουν τα τζαμιά του σουλτάνου Αχμέτ και από την άλλη τα απότομα βουνά του Τζιχανγκίρ. «Παλιά, αυτή ήταν μια ξύλινη γέφυρα και, όταν ήμουν μικρός, έπρεπε να πληρώσεις για να την περπατήσεις», είπε, «αλλά μπορούσες επίσης να νοικιάσεις βάρκες. Θυμάμαι που η μητέρα μου με είχε περάσει απέναντι με μια βάρκα τη δεκαετία του ’50».

turkey3-thumb-large
Πριν από έναν αιώνα, «όλα τα πλοία που έρχονταν από τη θάλασσα του Μαρμαρά, από τη Μεσόγειο, κατέληγαν εδώ», μου είπε ο συγγραφέας.

Στο βιβλίο του «Ιστανμπούλ. Πόλη και αναμνήσεις», ο Παμούκ συλλαμβάνει τη μελαγχολία που πότιζε τη μητρόπολη κατά την παιδική του ηλικία, όταν ακόμα υπέφερε από μια παρατεταμένη παρακμή, μετά την πτώση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Περιγράφει «τα παλιά φεριμπότ του Βοσπόρου που αγκυροβόλησαν σε έρημες ναυτικές βάσεις στη μέση του χειμώνα, τους παλιούς βιβλιοπώληδες που κλυδωνίζονταν από τη μια οικονομική κρίση μετά την άλλη και περίμεναν τρέμοντας όλη μέρα για έναν πελάτη να επιστρέψει».

Η αυτοβιογραφία του, που κυκλοφόρησε το 2001, περιγράφει τη ζωή του έως το σημείο που αποφάσισε να γίνει συγγραφέας, το 1973, παρουσιάζοντας μια διαφορετική πτυχή της ιστορίας της Πόλης. «Η Πόλη ήταν φτωχή, δεν ήταν Ευρώπη, και ήθελα να γίνω συγγραφέας. Αναρωτιόμουν: “Μπορώ ζώντας εδώ να είμαι χαρούμενος και να ικανοποιήσω τη φιλοδοξία μου;”. Αυτά ήταν τα διλήμματα που αντιμετώπιζα», μου είπε. «Οταν εκδόθηκε το βιβλίο, η νεότερη γενιά μού είπε: “Η δική μας Ιστανμπούλ δεν είναι μαύρη ή άσπρη, είμαστε ευτυχισμένοι εδώ”. Δεν ήθελαν να ακούσουν για τη μελαγχολία, τη δική μου βρώμικη εκδοχή της ιστορίας της πόλης». Ο ήλιος άρχισε να δύει. Περπατούσαμε επί σχεδόν τέσσερις ώρες σε έξι συνοικίες, «ξύνοντας» το τουριστικό προσωπείο της πόλης και αναδεικνύοντας την πιο σύνθετη πλευρά της. «Αυτή είναι η ομορφιά τού να ζει κανείς εδώ», μου είπε ο Παμούκ. Τότε πήραμε το δρόμο της επιστροφής, κατηφορίζοντας τα λιθόστρωτα σοκάκια προς τη γέφυρα του Ατατούρκ.

kathimerini.gr