Ποιο σπίτι άραγε να άδειασε ο παλιατζής στο Φανάρι;

2001

Ποιο σπίτι άραγε να άδειασε ο παλιατζής; Να ήταν παλιό Ρωμέικο, Εβραϊκό ή κάποιου Τούρκου, από αυτούς που κατοικούν χρόνια στην περιοχή και νοσταλγούν τους Ρωμιούς γείτονες που έπαιζαν παιδιά μαζί τους στα σοκάκια του Φαναριού και του Μπαλατά;
Δυο πολυθρόνες, ένα τραπεζάκι, μικροαστική αισθητική περασμένων δεκαετιών, μερικά μικροπράγματα και δύο καλοβαλμένα κοκεράκια να κάθονται πάνω στη μία πολυθρόνα. Ο παλιατζής σταματά τον αραμπά του στη γωνία για να πεταχτεί στον απέναντι φούρνο. Βρισκω την ευκαιρία να πλησιάσω και να τα φωτογραφίσω. Είναι ήσυχα. Δεν κινούνται πολύ και το βλέμμα τους σα να έχει μια μελαγχολία (-ή εμένα έτσι μου φάνηκε;) Μόλις όμως φέρνω το κινητό κοντά στην μούρη τους ο καφετής βγάζει ένα γαύγισμα. Σας χαιρετισμός μάλλον, παρά για να με απομακρύνει. Κάτι σαν «Γειά σου. Ποιος είσαι εσύ πάλι;»
«Θέλεις κανένα;» ακούω μια φωνή από πίσω μου να ρώτα. «Είναι δύο, το ένα θα το κρατήσω αλλά το άλλο το πουλώ» μου λέει. «Δικά σου είναι;» «Ναι, τα πήρα μαζί με τις πολυθρόνες και το τραπέζι. Ένας παππούς πέθανε εδώ πιο πέρα και άδειαζαν το σπίτι του»

1382841_10204570711243259_1381767270589935538_n
«Και τα σκυλιά;» ρώτησα έκπληκτος; «Δεν τα θέλανε;» «Ὀχι δεν τα θέλουν. Για αυτά πιο πολύ με φώναξαν. Πράγματα πολλά δεν είχαν μείνει». «Καλά πως και δεν τα έχεις δεμένα Δε φοβάσαι μην φύγουν;» «Πού να πάνε, είναι μεγάλα και δεν έχουν μάθει να ζουν μόνα τους. Εμένα με εμπιστεύτηκαν. Άλλωστε η πολυθρόνα έχει ακόμα τη μυρωδιά του αφεντικού τους. Πάρε όμως ένα, δεν θα τα κρατήσω και τα δύο, έχω και άλλο σκυλί. Θα σου κάνω καλή τιμή» Δαγκώθηκα , το ήθελα τόσο, αλλά ήξερα ότι δεν μπορούσα να το πάρω. «Δεν μπορώ του λέω. Αλλά μην τα χωρίσεις. Είναι κρίμα» «Και τι να τα κάνω» μουρμούρισε «Μπελά έβαλα στο κεφάλι μου»
10367806_10204570711883275_520745430114076011_n
Έπιασε πάλι τον αραμπά και έκανε να κινήσει. «Σκέψου το» μου λέει. «Το μαγαζί μου είναι δυο γωνίες πιο πέρα στο κάτω στενό» Μου έδειξε τη κατεύθυνση του Μπαλατά.
Ξεκινήσαμε προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Τα σκυλάκια συνέχισαν να κάθονται ακίνητα και ήσυχα στην πολυθρόνα. Κοιτούσαν πλέον μόνο μπροστά, Προς τον άνθρωπο που είχε πια το μέλλον τους στα χέρια του.