Πρωτοχρονιά στην Πόλη: η “ξενόφερτη” γιορτή που διχάζει την Τουρκία

7636
Ανακαλύψτε: « H Νέα Αυθεντική Συλλογή Κοσμημάτων από την Κωνσταντινούπολη »

“Το άρθρο δημοσιεύτηκε πέρσι στο συνδρομητικό site https://insidestory.gr/

Γράφει ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας

Στην Κωνσταντινούπολη έζησα σχεδόν δεκατρία χρόνια. Όσοι έχουν διαβάσει τα βιβλία και τα άρθρα μου με έχουν ταυτίσει με την Πόλη. Το δέσιμό μου με τον τόπο είναι έκδηλο, λένε, στα γραπτά μου. Έτσι, πολλοί εντυπωσιάζονται μαθαίνοντας ότι δεν ζω πια εδώ. Ακόμα πιο περίεργη τους φαίνεται η ειλικρινής απάντησή μου, όταν με ρωτούν πόσο μου λείπει η Πόλη: Δεν μου λείπει καθόλου.

Πράγματι, για πάνω από δεκαετία θεωρούσα την Πόλη –και δη το Πέραν– το σπίτι μου. Δεν με φανταζόμουν κάπου αλλού. Σιγά σιγά όμως η Πόλη άλλαζε, όπως η χώρα ολόκληρη, προς κάτι το ισλαμικότερο, αυταρχικότερο και αποπνικτικότερο. Ιδίως μετά την ατυχή κατάληξη του ξεσηκωμού(Διαδηλώσεις του 2013 στην Τουρκία του Γκεζί), το 2013, μια βαριά σκιά έπεσε πάνω στα πάντα. Μου λείπει η Πόλη που ήξερα, που είχα γνωρίσει μεταξύ του 2001 και του 2010. Κάθε φορά που επιστρέφω, τον τελευταίο ενάμισι χρόνο απουσίας μου, αισθάνομαι τη ματαίωση.

«Δεν είναι η Πόλη που ξέραμε», λέμε όσοι την είχαμε ζήσει εκείνα τα χρόνια. Όλοι –Τούρκοι και ξένοι– στον κύκλο μου συμφωνούμε πως ήταν τα καλύτερα χρόνια της πρόσφατης ιστορίας της. Το 2003 άφησα μια Αθήνα νεοπλουτισμού και χαύνωσης, για μια Πόλη γεμάτη δυναμισμό, και μια περιοχή (Πέραν-Γαλατάς) όπου βασίλευε το εναλλακτικό. Ήταν μια μητρόπολη για νέους, ένα έδαφος για καινοτομίες, μια φωλιά για δημιουργία. Παρά το σκοτεινό ταμπεραμέντο των Τούρκων, η Πόλη τότε δεν ήταν θλιβερή.

Τώρα την κατήφεια την εισπνέεις σε κάθε βήμα. Στα βλέμματα των περαστικών. Στις φωνές και τις απαντήσεις των φίλων. «Ε, τι να κάνω; Ποιος μπορεί να είναι καλά με ό,τι συμβαίνει;». Και αυτό που συμβαίνει και που μας πνίγει δεν είναι οι τακτικές πολύνεκρες επιθέσεις, ή –τουλάχιστον– δεν είναι κυρίως αυτό. Είναι η εικόνα μιας χώρας που βυθίζεται στον βούρκο, και που όποιος νέος θέλει να ζήσει ελεύθερα και έχει τη δυνατότητα, ετοιμάζει τις βαλίτσες ή το exit plan του.

Ο Έρντογαν, στηριζόμενος στην κυβερνητική πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση και την απουσία αξιόλογης αντιπολίτευσης, αλλάζει το Σύνταγμα ώστε να καθιδρύσει προεδρικό σύστημα, και μάλιστα με ενισχυμένες προεδρικές εξουσίες. Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι και διανοούμενοι που στηλιτεύουν την πορεία προς τη μονοκρατορία και τον εξισλαμισμό κράτους και κοινωνίας είτε βρίσκονται στη φυλακή ήδη, είτε έχουν φύγει στο εξωτερικό.

Ο κόσμος φοβάται να μιλήσει και ακόμη περισσότερο να γράψει οτιδήποτε δημόσια –μια “απρόσεκτη” ανάρτηση μπορεί να σου στοιχίσει τη δουλειά σου ή να σε οδηγήσει στη φυλακή. Παλιά φίλοι και γνωστοί με ζήλευαν (με την καλή έννοια) που ζούσα «στην ωραιότερη πόλη του κόσμου». Τώρα με κοιτούν έκπληκτοι όταν λέω πως ετοιμάζω επίσκεψη προς τα δω. «Πού πας, δεν φοβάσαι;».

Δεν φοβάμαι, στενοχωριέμαι. Η Πόλη με πικραίνει. Αλλά δεν μπορώ και να μην έρχομαι. Πολλοί από τους στενότερους φίλους μου παραμένουν εδώ, σε πείσμα της λογικής. Και μου λείπουν. Όταν βρισκόμαστε αισθάνομαι την παλιά θαλπωρή. Αλλά τα πάντα χάνονται μόλις βγω στο δρόμο.

Ένα πολιτιστικό παράδοξο: Πρωτοχρονιά στην Τουρκία

Η πρώτη Πρωτοχρονιά που πέρασα στην Πόλη ήταν εκείνη του 2002. Τότε είχα έρθει με γονείς και οικογενειακούς φίλους, σε μιαν επιχείρηση να συμφιλιώσω τους πρώτους με το αναπόφευκτο της επερχόμενης μετοικεσίας. Όλες τις υπόλοιπες τις πέρασα εδώ με φίλους. Φέτος δεν θέλησα να αθετήσω την παράδοση. Μου έλειπαν οι φίλοι μου, αλλά και τα παράδοξα της τουρκικής Πρωτοχρονιάς.

Γιατί τι μπορεί να είναι πιο παράδοξο από μια πόλη, σε χώρα μουσουλμανική, πνιγμένη σε στολισμούς χριστουγεννιάτικους; Το υπέρτατο πολιτιστικό αστόχημα είναι το τουρκικό “Πρωτοχρονιάτικο Δένδρο”. Πολλοί είναι οι Τούρκοι που στολίζουν δένδρο, αλλά για την Πρωτοχρονιά. Εξ ου και το όνομά του. Πρόκειται για χριστουγεννιάτικο δένδρο “αποχριστιανισμένο” και μετονομασθέν, αλλά κατά τα λοιπά ολόιδιο με τα δικά μας: το στολίζουν λαμπιόνια και μπάλες, νιφάδες χιονιού από βαμβάκι και αγγελάκια.

Εξίσου πανταχού παρούσα στις γειτονιές των αστών είναι η μορφή του δικού μας Αη-Βασίλη. Πρόκειται, για την ακρίβεια, για τον δυτικό Santa Claus, που όπως φανερώνει (με λίγη προσπάθεια, ομολογουμένως!) το αγγλικό όνομά του, δεν είναι άλλος από τον Άγιο Νικόλαο, που γεννήθηκε στα Μύρα της Λυκίας. Στα τουρκικά ονομάζεται Νοέλ-Μπαμπά, «πατέρας των Χριστουγέννων», όνομα που από μόνο του αναιρεί κάθε προσπάθεια άρνησης των χριστιανικών-ευρωπαϊκών καταβολών των εορτασμών.

Αν δεν φθάνουν όλα αυτά για να ξενίσουν τον δυτικό επισκέπτη, σίγουρα θα νιώσει πολιτιστικό σοκ βλέποντας πολλούς να μασκαρεύονται για να υποδεχθούν το νέο έτος! Οι περισσότεροι εξ αυτών φορούν απλώς μάσκες και φαντεζί καπέλα. Πόσες φορές όμως δεν είδα στους δρόμους του Πέραν νέους και νέες να πηγαίνουν σε ρεβεγιόν μεταμφιεσμένοι, σαν να πήγαιναν σε bal masqué!

Την Πρωτοχρονιά δεν την εορτάζουν όλοι οι Τούρκοι. Θυμάμαι πόσο είχα καταντραπεί την Πρωτοχρονιά εκείνη του 2002, όταν τηλεφώνησα να ευχηθώ σε έναν φίλο που προερχόταν –όπως γνώριζα– από λαϊκή και θρήσκα οικογένεια. Παρά το περιβάλλον των γονέων του, ο Σ. και ξενυχτούσε σε μπαρ και έπινε. Όταν όμως του τηλεφώνησα, λίγο μετά τις δώδεκα, κατάλαβα πως τον ξύπνησα. «Ξέρεις, εμείς στο σπίτι μου δεν γιορτάζουμε και έπεσα να κοιμηθώ». Χαθήκαμε γρήγορα αφότου εγκαταστάθηκα στην Πόλη –ο διαφορετικός τρόπος ζωής μας χώριζε αντί να μας ενώνει.

Έκτοτε εκείνα που μου φαίνονταν παράδοξα απέκτησαν την εικόνα του οικείου, του δεδομένου. Ή, τέλος πάντων, τα περισσότερα. Ακόμη θυμάμαι την –για μένα– σουρεαλιστική συνήθεια από το χρόνο εκείνο που δίδασκα αγγλικά σε ένα νηπιαγωγείο, σε μια γειτονιά νεόπλουτων της ασιατικής Πόλης. Τα παιδάκια μου ζητούσαν, στο πεντάλεπτο της μουσικής, να τους παίζω το Jingle Bells, από το φθινόπωρο που ξεκινήσαμε ως το καλοκαίρι. «Μα αυτό τους παίζουν όλοι οι δάσκαλοι», μου είχε πει έκπληκτη με την απορία μου η υποδιευθύντρια.

Μία παράδοση καινοφανής

Η παράδοση των εορτασμών για το νέο ημερολογιακό έτος είναι κάτι σχετικά πρόσφατο στην Τουρκία. To 1829, σημειώνει ο ιστορικός Refik Halid Karay, ο Βρετανός πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη οργάνωσε χοροεσπερίδα, όπου προσκάλεσε και Οθωμανούς κρατικούς λειτουργούς. Έκτοτε έγινε συνήθεια μέλη της Οθωμανικής γραφειοκρατίας και ανώτατης τάξης να συμμετέχουν στους εορτασμούς του «χριστιανικού Νέου Έτους», που οργάνωναν ξένες πρεσβείες αλλά και τα κατά τόπους προξενεία και η μεγαλοαστική τάξη των χριστιανών.

Η Τούρκισσα πολιτικός Hasene Ilgaz (1909-2000) έγραφε πως κατά τη δεκαετία του 1920 οι μουσουλμάνοι θυμούνταν το «χριστιανικό Νέο Έτος» από τα δώρα που τους έστελναν χριστιανοί φίλοι. Οι δε Εβραίοι, θυμάται η Λίνα Καστοριάνο, συνταξιούχος έμπορος, αναφέρονταν στην Πρωτοχρονιά ως «Εμπορικό Νέο Έτος», γιατί με αυτό ξεκινούσε η καταχώρηση στα εμπορικά βιβλία. Ως «Πρωτοχρονιά» αναφερόταν το Ρος Α-Σανά .

Οι μουσουλμάνοι της Πόλης, σημειώνει ο Refik Halid Karay, έμαθαν τους δημόσιους εορτασμούς της Πρωτοχρονιάς κατά τη Συμμαχική Κατοχή της ΠόληςOccupation of Constantinople (1918-1923). Αναφέρονταν σε αυτήν ως «φράγκικη (ευρωπαϊκή) Πρωτοχρονιά». Τότε πρωτοείδαν το έθιμο της γενικής συσκότισης πριν την αλλαγή του χρόνου αλλά και των πανηγυρισμών με ντουντούκες από τα αγκυροβολημένα στον Κεράτιο και τον Γαλατά πλοία. Τότε πρέπει να είδαν πρώτη φορά οι περισσότεροι και τα χριστουγεννιάτικα δένδρα. Οι Ρωμιοί και οι Αρμένιοι δεν είχαν το έθιμο του στολισμού τους και μόνο οι Λεβαντίνοι «στόλιζαν δένδρο», στα σπίτια και τα καταστήματά τους.

Η μεγάλη αλλαγή πραγματοποιήθηκε το 1926, όταν –στα πλαίσια των πολιτικών εκσυγχρονισμού– ο Ατατούρκ καθιέρωσε το γρηγοριανό ως επίσημο ημερολόγιο. Η Πρωτοχρονιά του 1927 εορτάσθηκε για πρώτη φορά με μεγαλοπρέπεια από το κράτος, που οργάνωσε δημόσιες εκδηλώσεις στις μεγάλες πόλεις. Η Πρωτοχρονιά, ωστόσο, καθιερώθηκε ως αργία μόλις το 1935.

«Η έλλειψη σχετικών παραδόσεων των Τούρκων άνοιξε το δρόμο για την εισαγωγή εθίμων από τη δυτική παράδοση», μου εξηγεί ο Τανέρ, δημοσιογράφος. «Η κεμαλική διακυβέρνηση της νεοσύστατης δημοκρατίας βρήκε ευκαιρία να δημιουργήσει τις δικές της εορτές, εθνικές –δηλαδή κοσμικές– πλάι στις παραδοσιακές θρησκευτικές. Η Πρωτοχρονιά πρέπει να θεωρηθεί υπό αυτό το πρίσμα».

“Σαλάτα” χριστουγεννιάτικων και πρωτοχρονιάτικων εθίμων

«Η Πρωτοχρονιά, όπως καθιερώθηκε την εποχή εκείνη, εξελίχθηκε σε ένα μείγμα παραδόσεων των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς όπως εορτάζονται στη Δύση», εξηγεί ο δημοσιογράφος φίλος μου. «Η Πρωτοχρονιά μας είναι μια μετάθεση των εθίμων των Χριστουγέννων κατά μία εβδομάδα!». Έτσι, στη μυθολογία της τουρκικής Πρωτοχρονιάς, το δένδρο στολίζεται λίγες μέρες πριν αλλάξει ο χρόνος, ώστε ο Νοέλ Μπαμπά να αποθέσει κάτω του τα δώρα.

Τα εμπορικά κέντρα, πολλά καταστήματα αλλά και είσοδοι πολυκατοικιών στις εύπορες και δυτικότροπες συνοικίες διακοσμούνται με δένδρα, με γιρλάντες και άλλα στολίδια οικεία σε μας από τα Χριστούγεννα. Την τιμητική του έχει ο Noέλ Μπαμπά, που γίνεται ανάρπαστος ακόμα και στα παζάρια των λαϊκών συνοικιών της Παλιάς Πόλης. Στους δρόμους του Πέραν, του Γαλατά και του Νισάντασι μικροπωλητές πωλούν κλαδιά από ου, τα κόκκινα φρουτάκια του οποίου είναι απαραίτητα στη διακόσμηση του τραπεζιού. Είναι γνωστά εδώ ως kokina, κατάλοιπο της παρουσίας της πολίτικης ρωμιοσύνης…

Η εξήγηση που δίνουν πολλοί για το δημοφιλές της χριστουγεννιάτικης σημειολογίας είναι πως η παγκοσμιοποίηση έχει απεκδύσει τα Χριστούγεννα από κάθε θρησκευτική αναφορά, μετατρέποντάς τα σε εκδήλωση χαράς και καταναλωτισμού. «Για τον Τούρκο αστό, τα χριστουγεννιάτικα δένδρα, οι Αη-Βασίληδες και τα κόκκινα δεν είναι παρά άλλη μία έκφανση του δυτικού τρόπου ζωής, που τόσο εκτιμά και τόσο θέλει να μιμηθεί», εξηγεί ο Μεμέτ, καλλιτέχνης, συγγραφέας και άθεος. «Το ίδιο ισχύει και για την εορτή του Αγίου Βαλεντίνου, που γιορτάζεται εδώ με μεγαλύτερο σθένος –μανία θα έλεγα– απ’ ό,τι σε πολλές χριστιανικές χώρες, π.χ. των Βαλκανίων».

Ωστόσο, δεν είναι μόνον οι δυτικότροποι αστοί που έχουν υιοθετήσει τη χριστουγεννιάτικη ξενομανία. Ιδίως όσον αφορά τον Νοέλ Μπαμπά, ελάχιστοι Τούρκοι γνωρίζουν ακριβώς ποιον απεικονίζουν οι μορφές με την κοιλιά, το κόκκινο σκουφί και τη γενειάδα, πολλοί όμως γοητεύονται από το μύθο του. Στις αγορές και τα χάνια της παλιάς Πόλης, εντός των βυζαντινών τειχών και στις υπόγειες διαβάσεις του τραμ, πλανόδιοι εκθέτουν πλαστικούς Μπαμπά Νοέλ, τεχνητά μικρά έλατα και λαμπιόνια σε ένα κοινό θρήσκων μουσουλμάνων.

Πριν από μερικά χρόνια, λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, είχα εντυπωσιασθεί βλέποντας γυναίκες με τσαντόρ και άνδρες με ισλαμικές γενειάδες και ενδυμασία «του ιμάμη» να αγοράζουν μορφές του Αγίου για τα παιδιά τους. «Είναι μια παράδοση πως ο παππούλης αυτός φέρνει δώρα στα παιδάκια, γι’ αυτό τον αγαπούν», μου είπε ένας νεαρός πατέρας με ισλαμική περιβολή, φορτωμένος με πλαστικούς Αη-Βασίληδες για τα τέσσερα παιδιά του.

Στην Πόλη οι στολισμοί είναι πάντοτε λαμπροί αλλά και κακόγουστοι. Η Ιστικλάλ, η άλλοτε Μεγάλη Οδός του Πέραν και κυριότερος πεζόδρομος της Πόλης, φωταγωγείτο ανέκαθεν με εορταστικά λαμπιόνια. Μια φορά, δεν θυμάμαι πότε, η δημαρχία αποφάσισε πως ο πρωτοχρονιάτικος στολισμός της Ιστικλάλ ήταν τόσο φαντασμαγορικός και χάρμα οφθαλμών, ώστε δεν τον αφαίρεσε και είχαμε Πρωτοχρονιά κάθε βράδυ για χρόνια. Φέτος, το κιτς μοτίβο στα λαμπιόνια είναι τα μπλε «μάτια» για το κακό. Και η Τουρκία, ομολογουμένως, θα χρειαστεί όχι «μάτια» αλλά θαύματα προκειμένου να βγει από το πολιτικό και γενικότερο χάλι στο οποίο βρέθηκε.

Οι διασκεδάσεις των Τούρκων την παραμονή δεν είναι και πολύ διαφορετικές από τις δικές μας. Η βραδιά εορτάζεται παραδοσιακά σε οικογενειακό κύκλο, με ένα γεύμα το κύριο πιάτο του οποίου είναι εντελώς ξενόφερτο –γαλοπούλα! Το μόνο κάπως τοπικό στοιχείο είναι η γέμισή της: χρησιμοποιείται συνήθως ιτς πιλάφ, ένα πιλάφι με κουκουνάρι, σταφίδες και κανέλα. Ενίοτε προσθέτουν και κομματάκια συκώτι, προς μεγάλη μου αηδία, ή βρασμένα κάστανα.

Έτσι, πριν την Πρωτοχρονιά, οι βιτρίνες των χασάπικων γεμίζουν γαλοπούλες, ένα έδεσμα που οι περισσότεροι Τούρκοι δεν τρώνε ποτέ άλλοτε. Καθώς ελάχιστοι γνωρίζουν πώς να τη μαγειρέψουν καλά, πολλά εστιατόρια, catering και ντελικατέσεν ετοιμάζουν και διανέμουν γαλοπούλες μαγειρεμένες κατόπιν παραγγελίας. Οι οικογένειες που δεν έχουν την οικονομική άνεση να αγοράσουν την υπερτιμημένη γαλοπούλα, την αντικαθιστούν με κοτόπουλο. Παραδοσιακοί μεζέδες όπως ντολμαδάκια και πίτες προπορεύονται της γαλοπούλας. Η μέση τουρκική οικογένεια γευματίζει νωρίς, κατά τις επτά, έτερο στοιχείο που ξενίζει τους Έλληνες και τους περισσότερους μεσογειακούς.

Πολλοί μετρούν αντίστροφα για την αλλαγή του χρόνου, ενώ κλείνουν όλα τα φώτα για να τα ξανανάψουν με το νέο έτος. Πολλοί ανοίγουν όλες τις βρύσες του σπιτιού μόλις αλλάξει ο χρόνος, και τις αφήνουν να τρέξουν –το νερό που τρέχει συμβολίζει την αφθονία των αγαθών που εύχονται για τις μέρες που θα έλθουν. Αρκετά διαδεδομένη είναι η παράδοση να σπάνε κάτι αμέσως μετά την αλλαγή, κάποιοι μάλιστα εκτοξεύοντάς το από το παράθυρο (έθιμο που, ομολογώ, υιοθέτησα με περισσή ευχαρίστηση).

Πολλά αυτοκίνητα κορνάρουν δαιμονισμένα. Η δημαρχία, μεγάλα ξενοδοχεία και κάποια εστιατόρια οργανώνουν πυροτεχνήματα. Συνήθως μετά την αλλαγή του χρόνου ο κόσμος ανταλλάσσει δώρα.

Μια γιορτή οικογενειακή, στο σπίτι

Οι Τούρκοι βγαίνουν για διασκέδαση πολύ λιγότερο από ό,τι οι μεσογειακοί λαοί. Αν και οι νέοι της αστικής τάξης των μεγαλουπόλεων συχνά αφήνουν το οικογενειακό τραπέζι μετά την αλλαγή του χρόνου για να εορτάσουν με φίλους σε κέντρα, οι περισσότεροι Τούρκοι μένουν σπίτι. Στο οικογενειακό τραπέζι κεντρική θέση έχει η τηλεόραση και οι περισσότεροι θυμούνται τις cult εορταστικές εκπομπές του παρελθόντος, που σε γενικές γραμμές θύμιζαν –και θυμίζουν– τις δικές μας.

O Erol Evgin σε πρωτοχρονιάτικο πρόγραμμα της ΤRT, το1984.

Ο αξέχαστος Ζεκί Μουρέν σε πρωτοχρονιάτικο σόου του 1984, στο Πέρα Πάλας.

«Εκ των ων ουκ άνευ της παραμονής είναι η κλήρωση του εθνικού λαχείου», λέει ο Τζαν, δημοσιογράφος. «Το ποσό είναι μεγάλο γι’ αυτό και τα πρωτοχρονιάτικα λαχεία είναι πολύ δημοφιλή. Ο λαχνός κληρώνεται λίγο πριν τα μεσάνυχτα και πολλοί παρακολουθούν την κλήρωση ζωντανά στην κρατική τηλεόραση». Άλλος “θεσμός” της βραδιάς είναι τα επιτραπέζια. Τον παλιό καιρό, θυμάται η Γιουκσέλ, μετά το γεύμα η οικογένεια έπαιζε οπωσδήποτε bingo (που εδώ καλείται τόμπολα). «Είναι το κατεξοχήν παιγνίδι της Πρωτοχρονιάς», θυμάται η συνταξιούχος δικηγόρος. «Συνηθιζόταν να μαζεύονται σε ένα σπίτι πολλοί γείτονες. Τα παιδιά παίζαμε επίσης κότσια, και άλλα παιγνίδια που τώρα πια δεν θυμάμαι –δεν τα έχω δει να παίζονται για χρόνια!».

Η παραμονή ήταν κάποτε και η μοναδική μέρα του χρόνου που οι Τούρκοι μπορούσαν να απολαύσουν ανατολίτικη μουσική και χορό στην τηλεόραση. «Για πολλά χρόνια, όταν η κρατική ΤRT αποτελούσε το μόνο κανάλι, απαγορευόταν η αραμπέσκ μουσική και οι χοροί της κοιλιάς στην τηλεόραση», μου λέει ο Τζαν. «Οι απαγορεύσεις σχετίζονταν με την εικόνα του μοντέρνου και ευρωπαϊκού, που ήθελε να προβάλει η κρατική τηλεόραση. Την παραμονή γινόταν μια εξαίρεση, και για πολλούς οι χοροί της κοιλιάς στην τηλεόραση ήταν συνώνυμο της Πρωτοχρονιάς!».

Σόου με χορό της κοιλιάς στην κρατική ΤRT τη δεκαετία του 1980.

Στην Τουρκία η παράδοση του εορτασμού στο δρόμο, με συναυλίες και street parties οργανωμένα από τις δημοτικές αρχές, ήλθε πολύ αργά και υπήρξε ιδιαίτερα προβληματική. «Οι εορτασμοί, όπως και οτιδήποτε άλλο εδώ, είναι αυστηρά διαχωρισμένοι ταξικά», εξηγεί η Σουλέ, καθηγήτρια αγγλικών. «Έτσι, στο Νισάντασι ή το Καντίκιοϊ ένας περίπατος στους δρόμους και τις πλατείες είναι ευχάριστος και ασφαλής –η διακόσμηση και η μουσική είναι όμορφη και η ατμόσφαιρα πολιτισμένη, με πολλές οικογένειες και πολλές γυναίκες. Ούτε κατά διάνοια δεν θα πλησίαζα την πλατεία Τάξιμ εκείνο το βράδυ. Γίνεται άντρο για λούμπεν αρσενικά που βγαίνουν με μόνο σκοπό να μεθύσουν και, μες στην κοσμοσυρροή, να παρενοχλήσουν νέες κοπέλες!».

Πράγματι, θυμάμαι κάθε Πρωτοχρονιά τα κανάλια να διαμαρτύρονται για τους «αγροίκους» που είχαν κατακλύσει την πλατεία και για τις παρενοχλήσεις, πολλές φορές μπροστά στις κάμερες. Προφανώς, όσα συνέβησανNew Year’s Eve sexual assaults in Germany την Πρωτοχρονιά του 2016 στην Κολωνία συμβαίνουν στην κεντρικότερη πλατεία της Πόλης εδώ και πάνω από μια δεκαετία.

Η διόγκωση της αντίδρασης των ισλαμιστών

Η Πρωτοχρονιά, όπως τόσα μα τόσα άλλα ζητήματα, αποτελεί μιαν ακόμη αφορμή πόλωσης, διαίρεσης και αντιπαράθεσης στη σημερινή Τουρκία. Η ένταση των εορτασμών απηχεί την ιδεολογική και κοινωνική κατάτμηση. «Σε γειτονιές-προπύργια της μεγαλοαστικής τάξης όπως το Νισάντασι και το Καντίκιοϊ, οι στολισμοί και τα κάλαντα στα αγγλικά δίνουν τον τόνο. Στις γειτονιές των θρήσκων της Παλιάς Πόλης δύσκολα θα βρεις στολισμούς στο δημόσιο χώρο», λέει ο Τανέρ. «Πενήντα χρόνια πριν, σε ένα χωριό της Ανατολίας, κανείς δεν θα στόλιζε δένδρο, ενώ ελάχιστοι ενδιαφέρονταν για την Πρωτοχρονιά».

Κύκλοι ισλαμιστών και εθνικιστών αντιτίθενται, εδώ και δεκαετίες, στους εορτασμούς και ιδίως στους στολισμούς της Πρωτοχρονιάς. Υποστηρίζουν πως αποτελούν παπαγαλία της χριστιανικής κουλτούρας και δεν έχουν θέση στην Τουρκία. Η άνοδος του ισλαμιστικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑKPJustice and Development Party (Turkey)) στην εξουσία έσπρωξε τις λυσσαλέες αντιδράσεις από το περιθώριο στην κορυφή του κρατικού μηχανισμού.

Θυμάμαι από τα χρόνια της διαμονής μου στο Πέραν ότι κάποιοι μοίραζαν, λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, φυλλάδια που “καταδίκαζαν” τους εορτασμούς και καλούσαν τους μουσουλμάνους να απέχουν. Σημείωναν τη χριστιανική προέλευση του «Νοέλ Μπαμπά» και του δένδρου, ενώ παρέθεταν χωρία από το Κοράνι σύμφωνα με τα οποία «ο Χριστιανός και ο Εβραίος δεν μπορεί να γίνει φίλος» και προέτρεπαν τους μουσουλμάνους να εορτάζουν μονάχα τις μουσουλμανικές θρησκευτικές εορτές.

Παράλληλα, εκπρόσωποι του ακραίου εθνικιστικού χώρου αποδύονταν σε φαιδρές προσπάθειες να “αποδείξουν” πως οι ίδιες οι παραδόσεις των Χριστουγέννων έχουν… τουρκική ρίζα. Της καμπάνιας αυτής ηγήθηκε το «Ίδρυμα Νοέλ Μπαμπά» που ο ακροδεξιός Μουαμέρ Καραμπουλούτ συνέστησε στα Μύρα, πατρίδα του Αγίου Νικολάου. Το «Ίδρυμα Νοέλ Μπαμπά» έκανε μία διεθνή εκστρατεία προπαγανδισμού της ιδέας ότι «ο γέρος των Χριστουγέννων γεννήθηκε στη Μικρά Ασία, δηλαδή στην Τουρκία (!), και συνεπώς είναι Τούρκος (!)». Ο Καραμπουλούτ έχει μάλιστα δηλώσει επανειλημμένως πως «ο Νοέλ Μπαμπά είναι ο γνωστότερος και πιο αγαπητός γόνος της Τουρκίας». Οι θέσεις του βρήκαν ευήκοα ώτα σε κάποιες προτεσταντικές ομάδες των ΗΠΑ.

Η προσπάθεια της κεμαλικών καταβολών ακροδεξιάς να “εκτουρκίσει” τον Άγιο Νικόλαο είχε βέβαια στόχο να τορπιλίσει τις ισλαμιστικές αντιρρήσεις στους πρωτοχρονιάτικους εορτασμούς. Προκάλεσε όμως, παράλληλα, μεγάλους πονοκεφάλους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Με την ανοχή των αρχών, άνθρωποι του Καραμπουλούτ κατέλαβαν την εκκλησία του Αγίου Νικολάου στα Μύρα το 2005, εμποδίζοντας το Πατριαρχείο να τελέσει το ετήσιο μνημόσυνο στη μνήμη του Αγίου, και προπηλακίζοντας επισκέπτες που είχαν έλθει από την Ελλάδα.

Τα τελευταία χρόνια σημειώθηκαν πρωτότυπες “διαμαρτυρίες” ισλαμιστικών νεολαιών κατά της Πρωτοχρονιάς και της μορφής του «Νοέλ Μπαμπά» ειδικότερα. Το 2013 μία ομάδα από την «Ένωση Νεολαίας της Ανατολίας», που πρόσκειται στο ισλαμιστικό κίνημα «Εθνική Οπτική» (Millî Görüş), εμφανίσθηκε βίντεο στην πλατεία Μπεγιαζήτ, μπροστά στο πανεπιστήμιο της Πόλης, με έναν φουσκωτό «Νοέλ Μπαμπά». Η ολιγομελής ομάδα έφερε πανό με συνθήματα που έγραφαν «Προάσπισε την πίστη σου», «Τα Χριστούγεννα δεν φέρνουν προκοπή» και «Τα Χριστούγεννα είναι χτύπημα στον μουσουλμανισμό». Άσχετο το ότι οι εορτασμοί στην Τουρκία δεν αναφέρονται στα Χριστούγεννα, αλλά στην Πρωτοχρονιά…

[OZAN KOSE / AFP]

Στη συνέχεια η ομάδα «τέλεσε περιτομή» στον φουσκωτό Αη-Βασίλη και μετά τον μαχαίρωσε. Θα μπορούσε να είναι απλώς ένα σουρεαλιστικό ή και αστείο δρώμενο, που καταδεικνύει την απύθμενη ηλιθιότητα των ισλαμιστών. Είναι όμως κάτι πολύ πιο ανησυχητικό, αν θυμηθεί κανείς πως στους πολέμους και τις ενδοκοινοτικές συγκρούσεις οι Τούρκοι –ιδίως οι άτακτοι– αυτήν ακριβώς τη μεταχείριση επεφύλασσαν σε πολλούς από τους αντιπάλους που έπεφταν στα χέρια τους.

Στα τέλη του 2014, στελέχη του ισλαμιστικού-ακροδεξιού Κόμματος της Μεγάλης Ενότητας (ΒΒΡGreat Unity Party) έστησαν ένα αντι-πρωτοχρονιάτικο “δρώμενο” στην πόλη Μπόλου: γενίτσαροι κυνήγησαν“Janissary chases Santa Claus out of town in symbolical anti-New Year’s Eve celebration act”, hurriyetdailynews.com και έδιωξαν τον Μπαμπά-Νοέλ από την πόλη.

Φέτος πάλι, το στίγμα έδωσε ένα “δρώμενοΤο βίντεο της “αντιχριστιανικής παράστασης” στο Ντενίζλι” στην πόλη Ντενίζλι στην ενδοχώρα της Σμύρνης, γνωστή για τη συντηρητικότητά της. Μια ομάδα της νεολαίας Αλπερέν που πρόσκειται στο ΒΒΡ ντύθηκαν «εφέδες» (το αντίστοιχο των αρματωλών για τους Τούρκους) και κυνήγησαν, συνέλαβαν, έδειραν και απείλησαν με πιστόλια κάποιον που υποδυόταν τον Αη-Βασίλη.

Σε δήλωσή τους στον τοπικό τύπο, τα μέλη εξήγησαν πως στόχευαν να εκδηλώσουν την αντίθεσή τους «με το να γιορτάζουν μουσουλμάνοι τα Χριστούγεννα» και να υπενθυμίσουν στον τουρκικό και μουσουλμανικό πληθυσμό «την πραγματική μας πίστη και αξίες».

Η φετινή Πρωτοχρονιά, υπό τη σκιά του τρόμου

Σαν να μην έφτανε η “ντόπια” αντίδραση των ισλαμιστών, φέτος οδεύαμε να εορτάσουμε υπό τη σκιά της τρομοκρατίας. Πάνω από σαράντα πολύνεκρες επιθέσεις χτύπησαν τη χώρα το τελευταίο ενάμισι έτος, ενώ το «Ισλαμικό Κράτος» της κήρυξε και επισήμως τον πόλεμο. Λίγες μέρες πριν προσγειωθώ στην Πόλη, προξενεία –με πρώτο εκείνο των ΗΠΑ– απέστειλαν ρητές οδηγίες προς τους υπηκόους τους να αποφύγουν τις εξόδους το βράδυ της παραμονής. Εκδηλώσεις ακυρώθηκαν και πολλοί το πήραν απόφαση να κλειστούν σπίτι.

Έφθασα σε μια πόλη αστυνομοκρατούμενη. Από το πρωί της παραμονής, σε κάθε σταυροδρόμι της Ιστικλάλ ήταν στοιβαγμένες κλούβες και αστυνομικοί με μπαλακλάβες (σκουφιά που καλύπτουν ολόκληρο το πρόσωπο), για το τσουχτερό κρύο, με τα όπλα στα χέρια. Παντού ανιχνευτές μετάλλων, μπλόκα, έλεγχοι, εμπόδια στη διάβαση.

Η αστυνομοκρατία προστέθηκε στη μιζέρια του Πέραν με τα κλειστά καταστήματα και τα κατεβασμένα στόρια: ο τουρισμός έχει εδώ και καιρό καταρρεύσει. Αν ήθελες, μπορούσες να βρεις τελευταία στιγμή τραπέζι στα πιο in κέντρα, αλλά ποιος ήθελε; Στην Ιστικλάλ οι μόνοι τουρίστες που είδα ήταν Άραβες του Κόλπου, με γυναίκες κουκουλωμένες σε μαύρες αμπάγιες, και Πακιστανοί. Ορκίσθηκα, σε πείσμα όλων, να εορτάσω μια “τυπικά τουρκική” Πρωτοχρονιά, μέσα στο κέφι, με τον Τζαν που με φιλοξενεί.

Μέχρι και η πρώην καθαρίστριά μου, η μαντιλοφόρος Ζαριφέ, αποφάσισε να μαγειρέψει η ίδια για την οικογένειά της και να καλέσει και τους γείτονες. «Κοτόπουλο θα γεμίσω, όχι γαλοπούλα, γιατί είναι ακριβή», μου είπε, ρωτώντας με πώς έπρεπε να κάνει τη γέμιση –«αυτά είναι δικά σας έθιμα, τα ξέρετε καλύτερα». «Τα ύστερα του κόσμου», σχολίασε γελώντας ο Τζαν, «η Ζαριφέ η ερντογανολάγνος να μαγειρεύει για την Πρωτοχρονιά».

Περάσαμε δυο ώρες του απογεύματος με τη μητέρα και τη θεία του, που –κατά το σύνηθες της βραδιάς– είχαν κοκκαλώσει μπροστά στην τηλεόραση. Έφτιαξα μπεγεντί (ζεστό πουρέ από καπνιστή μελιτζάνα ), το αγαπημένο μου τουρκικό έδεσμα, και αναχωρήσαμε για το σπίτι του Τανέρ. Παρέα μικρή και πολυεθνική, όπου υπερτερούσαν οι δημοσιογράφοι. Καθένας είχε φέρει κι από ένα φαγητό για το τραπέζι.

Τόμπολα δεν παίξαμε, αλλά, όπως εξηγούσε και ο Τανέρ στην Ιταλίδα σύντροφό του, παρακολουθήσαμε την κλήρωση του λαχνού καθώς “that’s the thing to do tonight”. Κανενός μας το λαχείο δεν κέρδισε ούτε μια λίρα. Ήπιαμε κρασί, φάγαμε, όλα έμοιαζαν με τις παλιές καλές μέρες της Πόλης. Ώσπου η συζήτηση στράφηκε σε ένα θέμα τόσο κοινό όσο και θλιβερό. Ο Κάσπαρ, γερμανός δημοσιογράφος, εξηγούσε πως ετοιμάζεται να υπογράψει για την πώληση του διαμερίσματός του στην Πόλη. «Το ότι δεν με έχουν συλλάβει ακόμη είναι ένα θαύμα, με αυτά που γράφω».

Όλοι θέλουν να φύγουν, ιδίως οι Τούρκοι. Η Τούρκισσα γυναίκα του Κάσπαρ, η Ετζέ, είναι κατηγορηματική. «Η τρομοκρατία των τζιχαντιστών μπορεί να χτυπήσει παντού. Αλλά θέλω να πάω σε ένα μέρος όπου τουλάχιστον να αισθάνομαι πως οι αρχές είναι εκεί για να με προστατεύσουν, όχι για να με φακελώσουν επειδή έχω πολιτικό λόγο». Όλοι ψάχνουν δουλειές έξω. «Δεν υπάρχει τίποτε για μας εδώ», λέει η Εβρίμ. «Τέλος εποχής. Η Τουρκική Δημοκρατία θα γίνει Σουλτανάτο κι εγώ δεν πρόκειται να γίνω υπήκοός του».

«Η Τουρκία είναι ένα αποτυχημένο κράτος. Δεν έχουμε καμία προστασία», διαμαρτυρόταν ο Γκιοκχάν. «Δεν καταβάλλουν την παραμικρή προσπάθεια για μιαν επίφαση νομιμότητας. Τις προάλλες διαδήλωσαν χιλιάδες για τη δήθεν γενοκτονία που κάνει ο Άσαντ στο Χαλέπι. Ισλαμιστές –αν όχι τζιχαντιστές– πήραν τους δρόμους στο κέντρο της πόλης και κανείς δεν τους παρενόχλησε. Αν μαζευτούν δέκα άτομα να φωνάζουν αντικυβερνητικά συνθήματα, έχουν συλληφθεί και ξυλοφορτωθεί εντός λεπτών».

Το προαναγγελθέν χτύπημα

Με την αλλαγή ανοίξαμε σαμπάνιες, ενώ βούτηξα ένα γυάλινο τασάκι και το εκτόξευσα από το παράθυρο, παρά την απόπειρα του Τανέρ να με σταματήσει –το έθιμο γαρ. Βάλαμε μουσική. Μιλήσαμε για ταξίδια, για βιβλία, για τα σχέδιά μας για το μέλλον. «Περίεργο», είπε σε μια στιγμή ο Κάσπαρ. «Όλοι περιμέναμε ένα μεγάλο χτύπημα, αλλά ακόμη δεν έχει συμβεί».

Συνέβη κατά τη μία παρά, και το μάθαμε γρήγορα. Τα τηλέφωνα πήραν φωτιά. Κανείς μας δεν θα πήγαινε ποτέ στο Ρέινα, αλλά «ποτέ δεν ξέρεις», και ξεκίνησε το προσκλητήριο φίλων. Ένιωσα ανακούφιση που όλοι οι δικοί μου ήταν σε σπιτικά πάρτι. «Λυπόμαστε, αλλά καθόλου δεν μας εκπλήσσει», επαναλάμβανε ο Τζαν σοκαρισμένος. «Το χειρότερο είναι ότι δεν μπορούμε καν να λυπηθούμε αμέσως», είπε με πικρία ο Τανέρ. «Το συναίσθημα που κυριαρχεί είναι η ανακούφιση –Θεέ μου, ζούμε. Το κακό δεν μας βρήκε εμάς. Γλιτώσαμε, για μια ακόμη φορά!».

Όσο περνούσε το βράδυ και έφθαναν οι ειδήσεις για τους νεκρούς, η στενοχώρια φώλιαζε στις καρδιές μας. Το χειρότερο, σκέφτηκα, δεν είναι η ανακούφιση του «εμείς γλιτώσαμε». Είναι πως έχουμε καταντήσει να θεωρούμε τις τραγωδίες αυτές καθημερινές, σχεδόν… φυσιολογικές. Κομμάτι της εδώ ζωής. Αυτό είναι το χειρότερο.

Κανείς δεν πίστεψε αυτό που αρχικά μετέδωσαν όλα τα κανάλια –ότι ο δολοφόνος ήταν ντυμένος Αη-Βασίλης. «Έχουν τέτοιο μένος καθ’ όλης αυτής της χριστουγεννιάτικης σημειολογίας», είπε ο Τανέρ. «Θέλουν να παρουσιάσουν έναν Nοέλ Μπαμπά δολοφόνο, ώστε επιτέλους οι “σωστοί μουσουλμάνοι” να παρατήσουν την εμμονή τους αυτή με το σύμβολο των γκιαούρηδων».

Στις πέντε το πρωί, κανείς σχεδόν δεν είχε φύγει. Η Ετζέ είχε κρυφτεί στο μπάνιο του πάνω ορόφου, καπνίζοντας ασταμάτητα και κλαίγοντας, προς μεγάλη δυσαρέσκεια της γάτας που κατέφυγε στην τραπεζαρία, παρ’ όλον τον κόσμο, τρέμοντας από εκνευρισμό. Ο Γκιοκχάν με ξεμονάχιασε στην κουζίνα. «Το αποφάσισα. Δεν πάει άλλο. Θα φύγω. Δεν αντέχω άλλο εδώ». Ένας από τόσους άλλους, σκέφτηκα. Δώσαμε ραντεβού το απόγευμα της Πρωτοχρονιάς για να τον συμβουλέψω πώς να κινηθεί. «Να, τα πρακτικά, αυτά θέλω να σε ρωτήσω. Άδειες παραμονής και εργασίας και τα λοιπά. Αυτή η χώρα τελείωσε». Πόσες φορές έχω ακούσει αυτήν την έκφραση…

Βρεθήκαμε χθες το απόγευμα, λοιπόν, να το συζητήσουμε. Και τότε συμφωνήσαμε ότι τελικά το χειρότερο της προηγούμενης νύκτας ήταν οι χιλιάδες αναρτήσεις Ο τίτλος του άρθρου στην τουρκική ιστοσελίδα είναι «Φρικτά τουίτ για τη σφαγή στο Ρέινα» στα τουρκικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που επαναλάμβαναν πάνω κάτω τα ίδια: «Χαχα, γιορτάζατε, ε; Τον Μπαμπά Νοέλ γιορτάζατε, ε; Αυτήν τη φορά όμως δεν σας έφερε δωράκι!».

«Τις ρακές και τις μπίρες που πίνατε να τις απολαύσετε τώρα στον άλλο κόσμο». «Δεν θα στενοχωρηθούμε που ψοφήσανε κάτι άπιστοι». «Θυσιάσθηκαν για τον Μπαμπά Νοέλ που τόσο αγαπούσαν». «Να ψοφήσουνε, όποιος γιορτάζει την Πρωτοχρονιά δεν είναι μουσουλμάνος, να πάνε σε χώρα απίστων να γιορτάσουν, ελπίζω να ψόφησαν πολλοί».

@EmniyetGM Bu teror sevici hakkinda geregini yapin lutfen 👉@huseyinbicer72

Μέσα στον συνωστισμό του καφέ, ο Γκιοκχάν δεν μπορούσε ούτε να φωνάξει, ούτε να κλάψει. Κοκκίνισε, δάκρυσε, και τα μάτια του γουρλωμένα έδειχναν δυσπιστία όσο και πόνο. Από τη σύγχυσή του, διαβάζοντας έκπληκτος το ένα τουίτ μετά το άλλο, έσφιξε το κινητό του τόσο πολύ, που έσπασε την οθόνη.-

—————————————————————————–
Σπούδασε νομικά σε Αθήνα και Cambridge. Έζησε νομαδικά με βάση του την Πόλη (2003-2015). Εκεί έγραψε δύο βιβλία για την Κωνσταντινούπολη και ένα για την Μικρά Ασία, ενώ συνεργάσθηκε με ελληνικά και ξένα έντυπα. Σήμερα συνεχίζει την νομαδική του ύπαρξη, με βάση την Αθήνα.
—————————————————————————–