«Πόσο ελληνικό είναι το Βυζάντιο» και «πόσο Βυζαντινοί είναι οι Έλληνες».

701
Ανακαλύψτε: « H Νέα Αυθεντική Συλλογή Κοσμημάτων από την Κωνσταντινούπολη »

Η αυτοκρατορία που στα χρόνια του Διαφωτισμού καθιερώθηκε να αποκαλείται Βυζαντινή και χρονολογείται από το 330 μ.Χ. έως και το 1453 και τα σύνορά της εξαπλώνονταν σε τρεις ηπείρους (Ευρώπη, Ασία και Αφρική), ήταν γνωστή στους συγχρόνους της ως ρωμαϊκό κράτος.
Την κληρονομιά αυτού του κράτους σήμερα τη διεκδικούν πολλές εθνικές παραδόσεις, καθώς η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρξε μια πολυπολιτισμική αυτοκρατορία, όπως θα την ονομάζαμε στις μέρες μας. Στο σύντομο, ωστόσο βαθύτατα περιεκτικό αυτό δοκίμιό της, η διαπρεπής και διεθνούς κύρους Ελληνίδα καθηγήτρια επιλέγει ως τίτλο δυο ερωτήματα που το ένα είναι επακόλουθο του άλλου: «Πόσο ελληνικό είναι το Βυζάντιο» και «πόσο Βυζαντινοί είναι οι Έλληνες».
Για να απαντηθεί επαρκώς αυτό το ερώτημα, θα φανταζόταν κανείς έναν πολυσέλιδο τόμο γεμάτο σημειώσεις, αναφορές και παραπομπές. Ο λόγος και η αναλυτική σκέψη της καθηγήτριας, ωστόσο, συμπυκνώνουν μια τεράστια σε εύρος γνώση και επάρκεια επί του θέματος, δίχως αυτή η συμπύκνωση να στερείται επιστημονικής ακρίβειας και τεκμηρίωσης όσο και καθαρότατων επαγωγικών συμπερασμάτων.
Μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη, το Βυζάντιο, αν και πολυεθνικό, υιοθέτησε, ας το πούμε, σαν πρώτη στην ιστορία παγκόσμια γλώσσα τα ελληνικά, που κυριαρχούσαν ήδη από την αλεξανδρινή εποχή. Χαρακτηριστικά αναφέρει η συγγραφέας: «Αν και πολυεθνικό, γρήγορα το Βυζάντιο, χάρη στην επικράτηση της ελληνοφωνίας, αναδείχτηκε σε μόρφωμα μονοπολιτιστικό, όπως διαμορφώθηκε με τη ρωμαϊκή του καταβολή, μπολιασμένη με την ελληνική παράδοση και με τη χριστιανική Ορθοδοξία που εκφράστηκε ελληνόφωνα».
Ο ελληνισμός εντάχθηκε μέσα στην οικουμενική διάσταση του Βυζαντίου πολλαπλώς (γλωσσικά, πολιτισμικά, και θρησκευτικά – αφού η επεξεργασία όλων των πρακτικών των Οικουμενικών Συνόδων έγινε στα ελληνικά) και το Βυζάντιο απέκτησε τα χαρακτηριστικά του ελληνικού βιώματος.
Στο δεύτερο μέρος του ερωτήματος, η απάντηση είναι περισσότερο πολυσύνθετη και πιθανόν πιο ανοιχτή σε σκέψεις, αμφισβητήσεις ή προβληματισμούς, καθώς πρόκειται για το ποια παράδοση, η αρχαιοελληνική ή η βυζαντινή ή ακόμα και η ενσωμάτωση της μιας στην άλλη, δημιούργησε αυτό που σήμερα ονομάζουμε νεοελληνική ταυτότητα.
Η «Ροδοδάκτυλος Ηώς» και το «Έρως ανίκατε μάχαν» ή το «Τη Υπερμάχω»; Η λέξη «Έλλην» – σημειώνει η συγγραφέας – ταυτίστηκε με τον ειδωλολάτρη, πράγμα που σημαίνει ότι έχασε την εθνική της βαρύτητα και σημασία. Έτσι, ο χριστιανισμός κατόρθωσε να ταυτίσει τον αρχαίο Έλληνα με τον ειδωλολάτρη. Ο χαρακτηρισμός «Έλλην» ξαναβρίσκει τη χαμένη του εθνική σημασία μετά το 1204 και την επιβολή της Φραγκοκρατίας.
Στη συνέχεια, παρακολουθούμε το πώς το Βυζάντιο και η παράδοσή του περνούν στο παρόν χαρακτηρίζοντας τον Νεοέλληνα, τόσο στον αυτοπροσδιορισμό του απέναντι στον ξένο, τον αλλότριο, όσο και στη συγκρότηση της μνήμης του, των συμβόλων του, της δικής του ιδιαίτερης φύσης όπως αυτή εντάσσεται στον σύγχρονο κόσμο.

 

Στα συμπεράσματά της η κυρία Αρβελέρ είναι σαφής. Είναι πιστεύω η βυζαντινή εμπειρία  αναμφίβολα η ιστορική συνέχεια, στον ίδιο χώρο της αρχαιοελληνικής και της ελληνιστικής.  Και συμπληρώνει, σίγουρα λοιπόν το Βυζάντιο αποτελεί σταθμό στην ιστορία του Ελληνισμού.

Και αναμφισβήτητα οι Νεοέλληνες έχουν τη βασική καταβολή της ταυτότητάς τους στην Ρωμιοσύνη, δηλαδή στο Βυζάντιο. Οι αμέτρητες, προφορικές παραδόσεις, που επιζούν πιστοποιούν το διαχρονικό δεσμό του ελληνισμού με τη βυζαντινή της καταγωγή. Το Βυζάντιο αποτελεί έναν απ΄τους σταθμούς του ελληνισμού πριν την τελική οριοθέτησή του. Φυσική συνέχεια της Ρώμης, η Ελλάδα δανείζει και δανείζεται από την ευρωπαϊκή διανόηση, στηρίζοντας την πνευματικότητά της σε μια εσωτερικής, σχεδόν μυστικιστική σχέση με το παρελθόν της. Η ελληνική ταυτότητα συμπλέει με την ευρωπαϊκή, καθορίζεται και καθορίζει.

Η βαθιά ελληνικότητα του Βυζαντίου, η αίγλη της πόλης πάνω απ΄τον Βόσπορο που χτίστηκε για τους αυτοκράτορες και για τις πτώσεις των ανθρώπων συνιστούν έναν αυτόφωτο μηχανισμό που ξεπερνά τα εγχώρια σύνορα. Την ώρα που η Αθήνα αποτελεί μια ταπεινή πολίχνη με βαθύ και ανεξερεύνητο ακόμη παρελθόν, η Πόλη του μύθου, του “συνανήκειν”, της πολυσυλλεκτικότητας, των συνόρων που καταργούνται εμπρός στην πνευματικότητα του  πολιτισμού της παίρνει τα σκήπτρα προσδίδοντας μια άλλη κατεύθυνση στην ιδέα της  ταυτότητας. Το ομόγλωσσον, το ομόθρησκό και το ομόαιμο της ελληνικότητας συναντά το ομόηθες όπως συλλαμβάνεται στο αρχαιοελληνικό πνεύμα σε μια σπάνια συνύπαρξη  πίστης και  πολιτισμού.

Η κυρία Αρβελέρ δεν προβάλλει καμιά αμφιβολία. Αυτό το Βυζάντιο που κάθε τόσο γίνεται μόδα στις αίθουσες του πολιτισμού και τα μητροπολιτικά μουσεία, αυτός ο πολιτισμός που ανασαίνει ακόμη κάπου βαθιά στην αγία, ελληνική ενδοχώρα μεταβάλλεται κάποτε σε σταυροδρόμι του νεοελληνικού πολιτισμού. Μετά το τέλος της σκλαβιάς ο εντόπιος πολιτισμός συναντά ξανά τα σπέρματα της δικής του καταλυτικής παρουσίας. Κάπως έτσι, το Βυζάντιο καταλήγει η συγγραφέας παραμένει αδιαφιλονίκητα ελληνικό, ενώ την ίδια ακριβώς στιγμή, μες στον μεσσαίωνα της ευρωπαϊκής ανατολής στέκει σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη ήπειρο που φλέγεται από την επανάσταση των ιδεών και των τεχνικών μέσων.

Πόσο βυζαντινός  είναι ο ελληνισμός; - Media

Πρόκειται για ένα βιβλίο που αποτελεί απόσταγμα σοφίας, γνώσης και έμπνευσης. Θα αποτελούσε παράλειψη το να μην επισημάνουμε ότι το άριστο περιεχόμενο βρήκε αντάξια μορφή στην τυποτεχνική φροντίδα του Γιάννη Μαμάη.
——————————————————————————–
Απόστολος Θηβαίος