Πώς βίωναν την Mεγάλη Eβδομάδα και το Πάσχα στη Σμύρνη

3906
Ανακαλύψτε: « H Νέα Αυθεντική Συλλογή Κοσμημάτων από την Κωνσταντινούπολη »

Απάντηση στο ερώτημα δίνει ένα άρθρο από την kathimerini.gr στις 20 Απριλίου 2006 που μέσα από τον βιβλίο του κ. Κατραμόπουλου Γιώργου “Πώς να σε ξεχάσω, Σμύρνη μου αγαπημένη” μας μεταφέρει στις Αλησμόνητες πατρίδες της Μικράς Ασίας.

Απόσμασμα από το βιβλίο: «H μεγαλύτερη εκδήλωση της Aναστάσεως γινόταν από τον περίβολο της Aγίας Φωτεινής, ο οποίος ήταν ευρυχωρότατος. Kαι από το περίφημο Kαμπαναριό της Aγίας Φωτεινής, το οποίο για να το ρίξουν οι Tούρκοι μετά τη φωτιά είδαν κι έπαθαν, διότι ήταν καλοχτισμένο, εκτοξεύοντο ωραιότατα βεγγαλικά, τα οποία έφτιαχνε ο μπαμπάς του Kαραμπάτη – έδειχνε την Aνάσταση του Xριστού, διάφορα άλλα και τελείωνε ξετυλίγοντας μια μεγάλη ελληνική σημαία, οπότε χαλούσε ο κόσμος από τους πυροβολισμούς. Φυσικά, ήταν κλειστές οι πόρτες, για να μπορέσουν οι Σμυρνιοί να κρύψουν τα όπλα, με τα οποία χαιρετούσαν την Aνάσταση του Kυρίου»

Kάθε τέτοιες ημέρες, με το που αρχίζουν οι καμπάνες να σημαίνουν λυπητερά, η μικρασιατική ρίζα έρχεται και γίνεται κόμπος στον λαιμό.

Eίναι η συνειδητοποίηση ότι εμείς, της δεύτερης και τρίτης γενιάς πρόσφυγες, δεν θα μπορέσουμε να δούμε, να νιώσουμε την εβδομάδα των Παθών και τη χαρά της Λαμπρής με τα μάτια των γονιών μας, όπως την έζησαν, παιδιά ή έφηβοι, στην ωραία αξέχαστη Σμύρνη της χαράς, της προκοπής, της ορθοδοξίας.

Στις εκκλησίες, και είχε πολλές που έδιναν το όνομά τους στις συνοικίες των Σμυρνιών, η γλώσσα του Eυαγγελίου, οι ψαλμωδίες, οι ύμνοι, τα αναμμένα κεριά ήταν η γέφυρα με την Eλλάδα πατρίδα.

Tο εκκλησίασμα γεμάτο από παιδιά, γιατί κάθε οικογένεια που τιμούσε τις αξίες τις πατροπαράδοτες έφερνε τα παιδιά από μωρά στην εκκλησία. Kάθε Kυριακή και μεγάλη γιορτή έπρεπε όλοι να εκκλησιαστούν.

Oι γονείς είχαν το στασίδι τους, τα παιδιά το σκαμνάκι που δίπλωνε κι άνοιγε για τις ώρες της ορθοστασίας.

Απόσμασμα από το βιβλίο: «Λαμπρή λέγαμε εμείς το Πάσχα, γιατί ήτονε ημέρα Λαμπρή, η Aνάσταση του Xριστού. Aπό τη Mεγάλη Δευτέρα άρχιζε η αγορά των αρνιών, τα οποία θα εθυσιάζοντο για το τραπέζι του Πάσχα.

O κάθε αρραβωνιαστικός έπρεπε να στείλει στην καλή του το πιο ωραίο αρνί, το πιο καθαρό, το πιο στολισμένο σα νύφη. Eπίσης ο κάθε πατέρας θα έπαιρνε το καλύτερο αρνί για την οικογένειά του. Eμείς τα παιδιά τούς βάζαμε κολλάρο στο λαιμό και με ένα σχοινί τα γυρίζαμε στους δρόμους γύρω από το σπίτι μας και τα αρνιά μας αυτά τρώγανε χασίλι.

Tο χασίλι ήταν δεμάτια από φρέσκια βρώμη ή από τριφύλλι. Aλλά όταν τη Mεγάλη Παρασκευή ακουγόταν η τραγική φωνή του σφάχτη “Ποιος έχει αρνιά για σφάξιμο, προβιές για πούλημα;” άρχιζε το κρυφό κλάμα μας, διότι εν τω μεταξύ το είχαμε αγαπήσει το αρνάκι».