«Στις άγνωστες γειτονιές του Κερατίου» – Ένα οδοιπορικό του Αλέξανδρου Μασσαβέτα

890
Ανακαλύψτε: « H Νέα Αυθεντική Συλλογή Κοσμημάτων από την Κωνσταντινούπολη »

Τη διαδρομή μιας πόλης σε αέναη μετάλλαξη αποτυπώνει το οδοιπορικό του Αλέξανδρου Μασσαβέτα Κωνσταντινούπολη. Στις άγνωστες γειτονιές του Κερατίου, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, με φωτογραφίες του ίδιου αλλά και εικόνες τοιχογραφιών, επιγραφών, πορτρέτων και σκίτσων (οι χάρτες έχουν σχεδιαστεί από τον Δημήτρη Θεοδωρόπουλο) που εμπλουτίζουν την έκδοση με εντυπωσιακό οπτικό υλικό.

Ο συγγραφέας ξεδιπλώνει την ιστορία της Κωνσταντινούπολης, ενώ την ίδια στιγμή καθοδηγεί τα βήματά μας στους δρόμους και τις γειτονιές της χωρίς να ξεχνά ποτέ το βάρος του ιστορικού παρελθόντος που είναι πανταχού παρόν στο τοπίο της, σε όποιο σημείο του κι αν κοιτάξουμε ή αν σταθούμε.

Με το βιβλίο του «Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων» (2011), ο συγγραφέας δεν είχε μείνει τόσο στο Φανάρι όσο στο γενικότερο αστικό τοπίο που το περιβάλλει.

Τώρα, όμως, ο Αλ. Μασσαβέτας περπατάει στις συνοικίες που βρίσκονται στο βορειοδυτικό άκρο της επτάλοφης χερσονήσου της Κωνσταντινούπολης. Το Τζιμπαλί, το Φανάρι και το Μπαλάτ, που διαδέχονται εδώ το ένα το άλλο, ακολούθησαν εντελώς διαφορετική ιστορική πορεία και κατοικήθηκαν από ποικίλες πληθυσμιακές ομάδες.

Το Μπαλάτ έγινε συνώνυμο με τον εβραϊσμό ενώ το Φανάρι αποτέλεσε το κέντρο της ορθόδοξης ρωμιοσύνης και ταυτίστηκε με την πολιτική και κοινωνική τάξη των Φαναριωτών. Οι Βλαχέρνες, πάλι, ήταν η συνοικία των αυτοκρατορικών ανακτόρων και στα σπίτια τους έζησαν Ρωμιοί, Εβραίοι, μουσουλμάνοι και Ρομά.


Βλαχέρνες, το ανάκτορο του Πορφυρογέννητου

Η περιήγηση μπορεί να περιορίζεται σε μια μικρή γωνιά της Κωνσταντινούπολης, αλλά η ανταμοιβή για έναν τέτοιο περιορισμό είναι ασυνήθιστα μεγάλη αφού οι ελληνικές και οι εβραϊκές μνήμες ταξιδεύουν πέρα από την Τουρκία, φτάνοντας μέχρι την Ιταλία, τη Μολδαβία, τη Βλαχία, τους Αγίους Τόπους, τη Λισαβόνα και την Ισπανία. Και είναι σίγουρα πολύ δύσκολο να κάνει κανείς εν προκειμένω αυστηρούς διαχωρισμούς και να μιλήσει για «ελληνική» ή «τουρκική» Πόλη, αφού η Κωνσταντινούπολη δεν υπήρξε ποτέ πριν από τα μέσα του 20ού αιώνα μονοεθνική.

Και το Φανάρι;

Οι Έλληνες το συνδέουν, χάρη στην παρουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τη μνήμη των Φαναριωτών, με παραστάσεις δόξας και μεγαλοπρέπειας, αλλά το Φανάρι στο οποίο κινείται ο Αλ. Μασσαβέτας είναι ένα «κακοποιημένο κουφάρι» από ερειπωμένα σπίτια. Ελάχιστα από τα λαμπρά φαναριώτικα μέγαρα έχουν απομείνει, κι όλα μοιάζουν συννεφιασμένα και μελαγχολικά – έστω κι αν τα τελευταία χρόνια η συνοικία έχει καταστεί κέντρο αστικής ανάπλασης.

Ουδείς βεβαίως μπορεί να λησμονήσει το τι ακριβώς ήταν οι Φαναριώτες, όπως και το ρόλο που ανέλαβαν στις παρίστριες (δίπλα στον Ίστρο, το αρχαίο όνομα του Δούναβη) ηγεμονίες της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Με βυζαντινή καταγωγή και υπερεθνική ταυτότητα, οι ρίζες των Φαναριωτών φτάνουν μέχρι την ελληνιστική περίοδο ενώ οι ίδιοι ξεκινούν γρήγορα να δραστηριοποιούνται σε διεθνές επίπεδο, κάνοντας γάμους με ευγενείς στη Ρωσία και την Αυστρία.

Το σημείο αφετηρίας για μια ολοκληρωμένη περιήγηση στο Φανάρι είναι η γέφυρα του Ουν-καπανί, η δεύτερη στον Κεράτιο Κόλπο. Εκεί θα βρούμε το Τζιμπαλί, το Φανάρι, το Μπαλάτ και τις Βλαχέρνες, εκεί θα συναντήσουμε το πλήθος των βυζαντινών και των ρωμαίικων μνημείων, αλλά και ορισμένα από τα πιο σημαντικά οθωμανικά κτήρια.

Δεν χρειάζεται πολύς χρόνος για να βρεθούμε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπου θα αντικρίσουμε τη Μαράσλειο Αστική Σχολή, καθώς και τη Μεγάλη του Γένους Σχολή, η οποία ορθώνεται σε περίοπτη θέση, σε μιαν απότομη ανηφόρα, την Παμμακάριστο. Δεν θα αργήσουμε σε αυτή την πορεία να δούμε και τις Βλαχέρνες, όπου η βυζαντινή δυναστεία των Κομνηνών μετέφερε κατά τη διάρκεια του 11ου αιώνα τη μόνιμη κατοικία της, εγκαταλείποντας το Μέγα Παλάτιον που εκτεινόταν από τον ιππόδρομο μέχρι την παραλία της Προποντίδας.

Όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, όλη η περιοχή στην οποία μας ξεναγεί μπορεί να εξαντληθεί σε μία ημέρα.

Για να γνωρίσουμε, ωστόσο, τους ανθρώπους και να κατανοήσουμε το «κοινωνικό μωσαϊκό» τους θα χρειαστεί πολύ περισσότερος χρόνος: «Ο χρόνος που απαιτείται ώστε το ξένο να γίνει οικείο».

—————————————————————————————

  • Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Β. Χατζηβασιλείου.