Η ελληνοτουρκική φιλία – Το τέλος μιας σχέσης;

497

Οι νέες εξελίξεις στο θέμα με την κυπριακή ΑΟΖ δοκιμάζουν μια σχέση με ιστορικό.Η υπό τον κ. Ερντογάν Τουρκία φιλοδοξεί να παίξει τον ρόλο της περιφερειακής δύναμης, οικονομικά και πολιτικά, ηγούμενη του σουνιτικού ισλαμικού κόσμου στην περιοχή και ελέγχοντας τα περάσματα των ενεργειακών πόρων…

Είναι η πρώτη φορά μέσα στα τελευταία 15 χρόνια, μετά την ύφεση στις εντάσεις και την ελληνοτουρκική προσέγγιση που άρχισε με την «πολιτική των σεισμών» το 1999, συνεχίστηκε με τις ζεϊμπεκιές του Γιώργου (Παπανδρέου) και σφραγίστηκε με τις κουμπαριές του Κώστα (Καραμανλή), που οι ελληνοτουρκικές διαφορές ανεβαίνουν και πάλι στην ατζέντα των διμερών σχέσεων. Και εννοώ καθαρά τα ελληνοτουρκικά, πέρα, αλλά όχι ανεξάρτητα, από το Κυπριακό.

Τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος βρίσκονται σε δύσκολη θέση αυτή την περίοδο λόγω της οικονομικής κρίσης και μια εκ νέου πολιτική αβεβαιότητα ή μια νέα αύξηση των ποσών για τους εξοπλισμούς ενδέχεται να τινάξει την εύθραυστη ελληνική οικονομία στον αέρα.

Oι απειλές της Τουρκίας για έρευνα στην κυπριακή ΑΟΖ (ως εγγυήτρια των δικαιωμάτων της τουρκοκυπριακής κοινότητας), η διακοπή των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό με πρωτοβουλία της ελληνοκυπριακής πλευράς και, τέλος, η πρόσφατη συνάντηση Σαμαρά – Αναστασιάδη – Ελ Σίσι στο Κάιρο στο πλαίσιο μιας προσέγγισης που σκοπεύει να καταλήξει σε συμφωνία οριοθέτησης της ΑΟΖ μεταξύ των τριών χωρών οδηγούν σταδιακά, αλλά σταθερά τις αγαστές μέχρι τώρα και εφησυχάζουσες ελληνοτουρκικές σχέσεις σε νέα όξυνση. Η ΑΟΖ δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία αν σε αυτήν δεν είχαν βρεθεί αξιόλογα και εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Όμως, τώρα, η μεν Κύπρος έχει ήδη αρχίσει συστηματικά τις προσπάθειες για εξόρυξη κι έχει οριοθετήσει τη ζώνη της σε σχέση με αυτήν του Ισραήλ, η δε Ελλάδα προσπαθεί να προωθήσει θέσεις για την ΑΟΖ που, αν γίνουν αποδεκτές κι επικρατήσουν (π.χ. ΑΟΖ για το Καστελλόριζο), θα καταστήσουν –όπως αναλυτές χαρακτηριστικά αναφέρουν– όχι μόνο το Αιγαίο αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Μεσόγειου ελληνική λίμνη. Έτσι, η Τουρκία θα περιοριστεί σε λίγα μίλια πέρα από τις ακτές της, κάτι που είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να αποδεχτεί, και προσπαθεί να προασπίσει τα συμφέροντά της, αντιδρώντας έμπρακτα και ανεβάζοντας τη διμερή ένταση.

Το ζήτημα, βεβαίως, για την Τουρκία είναι μέχρι πού σκοπεύει να προχωρήσει και πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι στην πολιτική της διαφαινόμενης αντιπαράθεσης με την Ελλάδα, δεδομένου ότι τα ανοιχτά μέτωπα εξωτερικής πολιτικής είναι πολλά και σοβαρά. Από την άλλη, τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος βρίσκονται σε δύσκολη θέση αυτή την περίοδο λόγω της οικονομικής κρίσης και μια εκ νέου πολιτική αβεβαιότητα ή μια νέα αύξηση των ποσών για τους εξοπλισμούς ενδέχεται να τινάξει την εύθραυστη ελληνική οικονομία στον αέρα.

Το θέμα, πάντως, βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα των τουρκικών εφημερίδων, που συνήθως δεν ασχολούνται με τα ελληνοτουρκικά, ενώ και άρθρα έγκριτων ξένων μέσων, όπως η βρετανική εφημερίδα «Guardian», επισημαίνουν τη σοβαρότητα της κατάστασης και τη διαφαινόμενη όξυνση. Η υπό τον κ. Ερντογάν Τουρκία φιλοδοξεί να παίξει τον ρόλο της περιφερειακής δύναμης, οικονομικά και πολιτικά, ηγούμενη του σουνιτικού ισλαμικού κόσμου στην περιοχή και ελέγχοντας τα περάσματα των ενεργειακών πόρων, ωστόσο η πραγματικότητα λίγο φαίνεται να ευνοεί τους τουρκικούς στόχους, με δεδομένα τα μέτωπα που η Τουρκία έχει ανοιχτά προς όλες τις κατευθύνσεις, τον πόλεμο στα σύνορά της αλλά και την επαπειλούμενη νέα κρίση στο Κουρδικό. Μετά και από τη σχετική ψύχρανση των σχέσεων με τους Κούρδους του βόρειου Ιράκ αλλά και τις εξελίξεις τις σχετιζόμενες με την ΑΟΖ που αφορούν τις σχέσεις και με την Ελλάδα, η μόνη κυβέρνηση στην ευρύτερη περιοχή με την οποία η Τουρκία έχει άριστες σχέσεις είναι αυτή της Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας.

Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο του έγκριτου αρθρογράφου της «Χουριέτ», Γιουσούφ Κανλί, με τον λιτό αλλά εύγλωττο τίτλο «Αίγυπτος, Ελλάδα, Ελληνοκύπριοι». Ο δημοσιογράφος, αφού επισημαίνει τους κινδύνους για τα συμφέροντα της Τουρκίας που προκύπτουν από την τριμερή προσέγγιση, καταλήγει χαρακτηριστικά, κάνοντας έμμεση, αλλά σαφή κριτική στην εξωτερική πολιτική της χώρας του: «Σε μια εποχή που τη ρητορική των μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες αντικατέστησε η πραγματικότητα του “κανένας φίλος στη γειτονιά” χάρη στις μεγάλες εμμονές (μας), είναι να αναρωτιέται κανείς: δεν λείπει, αλήθεια, το Ισραήλ και ο Μπέντζαμιν – Μπίμπι- Νετανιάχου από αυτήν τη συνάντηση “των φίλων της Τουρκίας” στο Κάιρο;».

Πηγή: www.lifo.gr

Γιάννης Γιγουρτσής