Ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου

428

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στέφθηκε αυτοκράτορας σε ηλικία σαράντα τεσσάρων ετών, το 1449.
Η πρώτη του γυναίκα, η Μαγδαληνή Τόκκο, είχε πεθάνει το 1429 και η δεύτερη σύζυγός του, Ντορίνο Γκατιλούζιο, το 1442. Και με τις δύο γυναίκες δεν κατάφερε να αποκτήσει απογόνους, πράγμα που αποτελούσε μια σημαντική εκκρεμότητα όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του… Έτσι, εκτός από τις υποθέσεις της αυτοκρατορίας, παρακολουθούσε και τις διαπραγματεύσεις με άλλες βασιλικές οικογένειες, προκειμένου να βρεθεί μια κατάλληλη νύφη.
Αμέσως μετά τη στέψη του, ο Κωνσταντίνος μοίρασε το δεσποτάτο του Μιστρά στα δύο του αδέλφια. Έτσι, ο Θωμάς ανέλαβε να κυβερνήσει την Αχαΐα και ο Δημήτριος τον Μιστρά. Αφού τακτοποίησε τα του δεσποτάτου με τους αδελφούς του, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη στις 12 Μαρτίου 1449. Λίγο αργότερα, έστειλε μήνυμα στον Μουράτ Β’, από τον οποίο ζητούσε την υπογραφή συμφωνίας ειρήνης.
Ενωτικοί – ανθενωτικοί 
Με την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Κωνσταντίνος βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα σοβαρό πρόβλημα, το οποίο είχε διχάσει ολόκληρη τη Βασιλεύουσα και σχετιζόταν με την ένωση των Εκκλησιών. Το μεγαλύτερο μέρος του λαού και του κλήρου τασσόταν ενάντια στο ενδεχόμενο της ένωσης. Αντίθετα, ο αυτοκράτορας ήταν αποφασισμένος να αγωνιστεί υπέρ αυτής της υπόθεσης, γιατί θεωρούσε ότι το γεγονός αυτό προσέφερε τη μοναδική ευκαιρία για να λάβει το Βυζάντιο βοήθεια από τη Δύση.
Δίχως αυτή τη βοήθεια, η αυτοκρατορία ήταν καταδικασμένη. Φανατικός πολέμιος της ένωσης αναδείχθηκε ο Γεώργιος Σχολάριος, ο οποίος το 1450 έφυγε από την υπηρεσία του αυτοκράτορα για να καλογερέψει στη Μονή Παντοκράτορος με το όνομα Γεννάδιος. Αντίθετα με τον Γεννάδιο, ο πατριάρχης Γρηγόριος Γ’ Μαμμής προσπάθησε να στηρίξει τον αυτοκράτορα, διατηρώντας ωστόσο και την ειρήνη στους κόλπους της Εκκλησίας. Παρ’ όλα αυτά, η λυσσαλέα επίθεση που εξαπέλυσαν εναντίον των ενωτικών οι ανθενωτικοί, προεξάρχοντος του Γενναδίου, είχε ως αποτέλεσμα ο Πατριάρχης να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη τον Αύγουστο του 1451 και να μην επιστρέψει ποτέ.
Στο μεταξύ, ο Μουράτ Β’ πέθανε στις 3 Φεβρουαρίου 1451 και ο θάνατός του κρατήθηκε κρυφός προκειμένου να φτάσει ο πρίγκιπας Μωάμεθ στην Αδριανούπολη και να αναλάβει την εξουσία. Στις 18 Φεβρουαρίου τελικά κατέφτασε ο Μωάμεθ, ο οποίος την ίδια μέρα ανακηρύχτηκε από τον στρατό σουλτάνος Μωάμεθ ο Β’. Αμέσως μετά, το πρώτο πράγμα που έβαλε στο μυαλό του ήταν η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, μιας πόλης η οποία προσήλκυε το ενδιαφέρον όλων για αιώνες…
Η πρώτη του ενέργεια το 1452 ήταν να αποκόψει την Κωνσταντινούπολη από τη Μαύρη Θάλασσα με την κατασκευή ενός φρουρίου στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, ακριβώς απέναντι από το Αναντολού Χισάρ.
Μια απέλπιδα προσπάθεια 
Από την άλλη, ο Κωνσταντίνος κατέβαλλε απεγνωσμένες προσπάθειες προκειμένου να λάβει βοήθεια από τη Δύση. Στον παπικό θρόνο εκείνη την εποχή καθόταν ο πάπας Νικόλαος Ε’, ο οποίος διόρισε στην Κωνσταντινούπολη ως παπικό λεγάτο τον καρδινάλιο Ισίδωρο του Κιέβου. Μαζί του απέστειλε και διακόσιους Ναπολιτάνους τοξότες, που κατέφτασαν στις 26 Οκτωβρίου του 1452.
Ο Ισίδωρος πίεσε τον Κωνσταντίνο να δεχτεί μιαν επίσημη διακήρυξη της ένωσης, η οποία διαβάστηκε μεγαλόφωνα στην Αγία Σοφία στις 12 Σεπτεμβρίου του ιδίου χρόνου. Όμως, η αντίδραση του παρακινημένου από τους ιερείς λαού ενάντια στην ένωση ήταν τέτοια, που σταμάτησε να πηγαίνει στην Εκκλησία… Η τελευταία ελπίδα για τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης και την αλλαγή της Ιστορίας είχε χαθεί λόγω της λυσσαλέας αντίδρασης του κλήρου στην ένωση των χριστιανικών Εκκλησιών.
Στο μεταξύ, ο Κωνσταντίνος στη διάρκεια του χειμώνα σχεδίαζε πυρετωδώς την άμυνα της πόλης προκειμένου να μπορέσει στοιχειωδώς να αντιμετωπίσει την επερχόμενη πολιορκία. Οι προετοιμασίες επικεντρώθηκαν κυρίως στην αποθήκευση τροφίμων, στη συγκέντρωση πυρομαχικών και στην κατασκευή οχυρωματικών έργων. Ο αυτοκράτορας επίσης ανέθεσε στον Φραντζή να απογράψει τους ικανούς για μάχη άντρες της πόλης. Ο αριθμός των εντός των τειχών υπερασπιστών της Βασιλεύουσας ανερχόταν μόλις στους εφτά χιλιάδες άντρες, πολλοί εκ των οποίων ήταν Ενετοί και Γενουάτες που είχαν προσφερθεί να βοηθήσουν τους Έλληνες…
Όπως φαίνεται και από την απογραφή, η τύχη της Πόλης είχε προδιαγραφεί, μια και μέγα πλήθος αξιόμαχων αντρών είχε προ πολλού εγκαταλείψει την πόλη αναζητώντας την τύχη του κάπου στη Δύση. Στους λιγοστούς υπερασπιστές της Βασιλεύουσας προστέθηκαν και περίπου εφτακόσιοι Γενουάτες στρατιώτες με επικεφαλής τον Τζοβάνι Τζουστινιάνι Λόνγκο. Μάλιστα, σε αυτόν ανατέθηκε η άμυνα της πόλης, ενώ οι ντόπιοι Ενετοί έθεσαν τον στόλο τους στην υπηρεσία του αυτοκράτορα.
Η αρχή της πολιορκίας
Απέναντι, ο Μωάμεθ ο Β’ στις αρχές της άνοιξης του 1453 αρχίζει να πολιορκεί τη Βασιλεύουσα. Στις 2 Απριλίου η εμπροσθοφυλακή του στρατοπέδευσε μπροστά στο Θεοδοσιανό τείχος. Τρεις μέρες αργότερα επικεφαλής ογδόντα χιλιάδων στρατιωτών, ο Μωάμεθ εγκατέστησε το στρατηγείο του στο ύψος της Πύλης του Αγίου Ρωμανού, που βρισκόταν στη μέση του Θεοδοσιανού τείχους. Σειρά είχε το στήσιμο των πυροβόλων όπλων, μεταξύ των οποίων και ενός φοβερής δύναμης πυρός κανονιού, που είχε τη δυνατότητα να εκσφενδονίζει μια σιδερένια μπάλα πεντακοσίων κιλών σε απόσταση χιλίων πεντακοσίων μέτρων.
Στις 6 Απριλίου επιχειρήθηκε ο πρώτος βομβαρδισμός εναντίον της Βασιλεύουσας. Παράλληλα, ξεκίνησε τις εχθροπραξίες και ο τουρκικός στόλος.
Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης είχε αρχίσει…
Την 28η Μαΐου 1453 ο Μωάμεθ εξαπέλυσε τη γενική και τελική επίθεση εναντίον της Πόλης. Ο Κωνσταντίνος, από τη μεριά του μετά την τέλεση της θείας λειτουργίας στον ναό της Αγίας Σοφίας, ενθάρρυνε τη φρουρά που θα έδινε τον αγώνα για την απόκρουση της μεγάλης επίθεσης.
Ενώ ο Κωνσταντίνος αγωνιζόταν στο πλευρό των στρατιωτών του ως απλός στρατιώτης, οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη το πρωί της 29ης Μαΐου του 1453. Η Κωνσταντινούπολη έπεσε στον αλλόθρησκο κατακτητή και έγινε πηγή θρύλων και παραδόσεων στη μνήμη του λαού.
Πορεία στον θρύλο
Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ υπήρξε ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ο οποίος με το φρόνημα και την αυτοθυσία του σημάδεψε χαρακτηριστικά το γεγονός της πτώσης. Ο αυλικός του Γεώργιος Φραντζής διηγείται με απλότητα τον θάνατο του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα:
• «Ο βασιλεύς οὖν ἀπαγορεύσας ἐαυτόν, ἰστάμενος βαστάζων σπάθην και ἀσπίδα, είπε λόγον λύπης άξιον ‘‘οὐκ έστί τις τῶν χριστιανῶν τοῦ λαβεῖν τήν κεφαλήν μου ἀπ΄ ἐμοῦ;’’ ἦν γάρ μονώτατος ἀπολειφθείς. Τότε είς τῶν Τούρκων δούς αὐτῷ κατά πρόσωπον καί πλήξας, καί αὐτός τῷ Τούρκῳ ἐτέραν ἐχαρίσατο’ τῶν ὁπισθεν δ’ ἐτέρος καιρίαν δούς πληγήν, ἔπεσε κατά γῆς’ οὐ γάρ ῄδεισαν ὃτι ὁ βασιλεύς ἐστιν, ἀλλ’ ὡs κοινόν στρατιώτην τοῦτον θανατώσαντες ἀφῆκαν».
Σύμφωνα πάντα με την περιγραφή του Φραντζή, οι κατακτητές, μετά το τέλος της μάχης, αναζήτησαν το σώμα του αυτοκράτορα.
Η αναγνώριση του νεκρού αυτοκράτορα συνοδεύθηκε από την εντολή τού σουλτάνου Μωάμεθ Β’ να ταφεί με τις αρμόζουσες βασιλικές τιμές, χωρίς όμως να ανακοινωθεί και ο τόπος της ταφής.
Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε ο θρύλος…
——————————————————————————–