Eνα ατέλειωτο ταξίδι προσφυγιάς μιας άλλης Αντιγόνης, χωρίς επιστροφή

328

Πολλοί και σημαντικοί διανοητές, ανάμεσά τους ο Χέγκελ, ο Χάιντεγκερ και ο Καστοριάδης, έχουν γράψει για την Αντιγόνη του Σοφοκλή ότι πρόκειται για μια τραγωδία που φέρνει τον άνθρωπο στο κέντρο του ιστορικού του πεπρωμένου, καθιστώντας τον πρωταγωνιστή.

Αιώνες μετά την πρώτη παρουσίαση του έργου του μεγάλου τραγωδού, μια άλλη Αντιγόνη, η Μαυρομματοπούλου, ξεκινά ένα ταξίδι προσφυγιάς από την Ίμερα του Πόντου με την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα επιστρέψει.

Μια γυναίκα με ονοματεπώνυμο, όχι ένας αριθμός, θα ζήσει μερικά από τα πιο σημαντικά γεγονότα του 20ού αιώνα σε ένα ταξίδι πέρα από τον τόπο, θα γίνει πρωταγωνίστρια αλλά θα φύγει από τη ζωή έχοντας διακαή πόθο την πατρίδα.

Σχεδόν 100 χρόνια μετά, η δισέγγονή της και σκηνοθέτρια Αντιγόνη Νέτα παίρνει από το χέρι την ηθοποιό Αντιγόνη Φρυδά και μαζί παρουσιάζουν στη σκηνή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης έναν μονόλογο για μια ιστορία που όπως λέει στο pontos-news.gr, «συνέβη τότε, συμβαίνει τώρα, και θα ξανασυμβεί αύριο».


Από αριστερά: οι αδερφές Αγάπη και Αντιγόνη, το γένος Σετάτου, και η Αντιγόνη Νέτα

Αν πιάσει κάποιος την ιστορία από το τέλος θα πρέπει να πάει στο 1971, όταν η Αντιγόνη Μαυρομματοπούλου, έναν χρόνο προτού πεθάνει, πηγαίνει στη Μακρακώμη όπου είναι εκτοπισμένος ο εγγονός της, δημοσιογράφος και συγγραφέας, Βίκτωρ Νέτας, αποφασισμένη να του αφηγηθεί σε ένα κασετοφωνάκι την ιστορία της. Μιλά ρεπορταζιακά, και σε μια αφήγηση καθηλωτική αναφέρει με τρομερή διαύγεια κάθε σταθμό του ταξιδιού της· πώς ξεριζώθηκε από την Ίμερα, και περνώντας διά πυρός και σιδήρου έφτασε μέχρι την Ελλάδα.

Εκείνη η αφήγηση το 1974 έγινε ντοκιμαντέρ μικρού μήκους από τον αδερφό του Βίκτωρα, τον Θανάση Νέτα. Το φιλμ απέσπασε βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια ταξίδεψε σε Ιαπωνία, Καναδά, Σουηδία και Γαλλία. Το 2016 η κόρη του Θανάση Νέτα αποφασίζει να σκηνοθετήσει την Αφήγηση της Αντιγόνης, ένα έργο που αξιοποιεί ντοκουμέντα, φωτογραφίες και ηχογραφήσεις για να φέρει στο προσκήνιο θύμισες γλυκόπικρες, χιλιόμετρα πολλά, συνθήκες χείριστες.

Από την Ίμερα, 22 στάσεις δρόμος ως τη Θεσσαλονίκη
«Είμαι η Αντιγόνη. Εγώ είμαι η Αντιγόνη. Γεννήθηκα το 1893 στην Ίμερα του Πόντου και από τότε δεν σταμάτησα στιγμή να ταξιδεύω» ακούγεται να λέει η 80χρονη, τότε, Πόντια σε μια από τις καταγραφές που περιλαμβάνεται στο ηχητικό περιβάλλον της παράστασης.


«Θα εκάμναμε ένα συνεχές ταξίδι 34 ημερών»

Τελευταία από τις τέσσερις κόρες της οικογένειας Σετάτου, δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα της. Αν και η Αργυρούπολη είναι πιο κοντά, η οικογένεια συνδέει τη ζωή της με την Τραπεζούντα· εκεί, στη «Μέριμνα», θα γράψει η μάνα τα κορίτσια προκειμένου να μάθουν κέντημα και ραπτική.

Για την Ίμερα η Αντιγόνη λέει: «Επειδή ήταν το χωριό φτωχό, όλοι ταξίδευαν στη Ρωσία. Τα αγόρια μόλις γίνονταν 12 χρονών, τελείωναν το Δημοτικό και έφευγαν στη Ρωσία. Εκεί δούλευαν και έστελναν τα ρούβλια στο χωριό, και ζούσαν οι οικογένειες. Και τι πλούτος μαζεύτηκε μέσα στο χωριό μας… Όταν έγινε η Ανταλλαγή και έφυγαν οι δικοί μας, απορούσαν οι Τούρκοι αυτός ο πλούτος πού ήταν. Χαλιά περσικά, ρωσικά, πράγματα ακριβά. Στην άκρη της Ρωσίας υπήρχαν Έλληνες».

Η Αντιγόνη παντρεύτηκε το 1910, έγινε Μαυρομματοπούλου και έμεινε μαζί με τον άνδρα της έως το θάνατό του, το 1951. Αμέσως μετά το γάμο ο άνδρας της, Γιώργος Μαυρομματόπουλος, με σπουδές στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας, φεύγει οικονομικός μετανάστης στην Τασκένδη, παρά το γεγονός ότι προέρχεται από ευκατάστατη οικογένεια. Τον φυγαδεύουν με ξένο διαβατήριο προκειμένου να γλιτώσει την υποχρεωτική στράτευση· δύο χρόνια αργότερα, το 1912, τον ακολουθεί και η Αντιγόνη, επίσης με ξένο διαβατήριο – πρώτα πάει Τραπεζούντα, μετά Βατούμ, μετά Μπακού και καταλήγει στην Τασκένδη.


«Φτάσαμε στην Τασκένδη. Ωραιοτάτη πόλις, πολύ ωραία. Ένα σταθμό είχε, πολύ ωραίο»

Εκεί έχουν δύο αυτοκίνητα-ταξί, εκεί τους βρίσκει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η ρωσική επανάσταση τους προλαβαίνει στην Κοκάνδη, όπου έχουν μετακομίσει μετά το θάνατο της 10μηνης κόρης τους από κοκκύτη. Εργάζονται στους φούρνους που έχουν φτιάξει μέλη της οικογένειας Μαυρομματοπούλου και η οικογένεια ζει πλουσιοπάροχα.

Από εκεί και έπειτα, μετά την έναρξη των αντεπανάστασεων και του εντεινόμενου κλίματος τρομοκρατίας, ξεκινά ένας δρόμος, ένας ταξίδι, προκειμένου να γυρίσουν πίσω στην Ίμερα όπου η Αντιγόνη είχε αφήσει στα πεθερικά της το πρώτο της παιδί, τον Γιάγκο.

Η προσπάθεια, όμως, δεν θα ευδοκιμήσει. Πάντα βρίσκουν κλειστούς δρόμους – πόλεμοι μαίνονται παντού, η Μικρασιατική Καταστροφή είναι σε εξέλιξη, και η Τουρκία απροσπέλαστη. «Στο Ασχαμπάντ, τη σημερινή πρωτεύουσα της Τουρκμενίας, καταλαβαίνουν πια ότι δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω από τον ίδιο δρόμο. Ένα ταξίδι τεσσάρων ωρών το κάνουν σε οκτώ ημέρες», λέει σήμερα η δισέγγονή της Αντιγόνη Νέτα.


Απόφοιτοι του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας. Ανάμεσά τους και ο Γιώργος Μαυρομματόπουλος (1901)

Μαζί με τους Μαυρομματόπουλους ταξιδεύουν περίπου 60 άνθρωποι, ένα ολόκληρο κονβόι, και όχι το μοναδικό. Το ταξίδι πια γίνεται μέσω Περσίας. Θα περάσουν 12 χρόνια για να ξανασυναντηθούν με τους δικούς τους από την Ίμερα, αλλά αυτό θα συμβεί στην Ελλάδα πια.

Μια προσφυγιά ατελείωτη, μια περιπλάνηση σε Τουρκία, Ρωσία, Περσία, έως την Ελλάδα.

Στο Μεσέτ βρίσκουν και άλλους Έλληνες που έχουν ήδη ξεκινήσει με το αγγλικό προξενείο ενέργειες για να μπορέσουν να φτάσουν κάποια στιγμή στον προορισμό τους. Μετά το Μεσέτ πηγαίνουν στην Τεχεράνη, και από εκεί στο Ρεχτ και το Παχλεβί. Επόμενη στάση το Μπακού –όπου τους προειδοποιούν να μην γυρίσουν πίσω στην Ίμερα–, στη συνέχεια έρχεται το Μπορζόμι –όπου τα λεφτά έχουν τελειώσει και πουλούν τα υπάρχοντά τους–, και μετά το Βατούμ, όπου έμειναν τέσσερα χρόνια πουλώντας ψωμιά που έφτιαχναν με αλεύρι από τη μαύρη αγορά.


Στα αριστερά η Αντιγόνη και στα δεξιά η αδερφή της η Ειρήνη

Μετά την απόφαση για την Ανταλλαγή σαλπάρουν για Πειραιά, και ακολουθούν στάσεις σε Αμύνταιο και Νεάπολη Κοζάνης. Στον Πειραιά οι στάσεις είναι ήδη 18, και μέχρι τη Θεσσαλονίκη, όπου εγκαθίστανται μετά την Κατοχή, φτάνουν τις 22. «Ξένοι και στον τόπο μας;», αναρωτιέται η Αντιγόνη με το που φτάνει στον Πειραιά και μπαίνει στην απολύμανση.

«Ρίζα μ’» έλεγε η Αντιγόνη
Η δισέγγονη της πεισματάρας και αποφασισμένης Πόντιας περιγράφει μια μητριαρχική οικογένεια με κέντρο εκείνην. «Ακόμα και όταν τα παιδιά της παντρεύτηκαν και έκαναν τις δικές τους οικογένειες ήταν κάτω από τη σκέπη της, κάτω από την ποδιά της», υπογραμμίζει.

Όπως εξηγεί, σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού η γιαγιά Αντιγόνη προσπαθεί να ριζώσει κάπου – συνολικά έκανε έντεκα παιδιά, επιβίωσαν επτά, και στο ταξίδι γεννήθηκαν τα περισσότερα. «Πιστεύω ότι την πατρίδα την κουβαλάμε μέσα μας, και η Αντιγόνη έχει αυτή την ικανότητα. Και γι’ αυτό μπόρεσε να επιβιώσει παντού. Διότι είχε ρίζα», τονίζει.


Η Αντιγόνη Φρυδά στη σκηνή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης (φωτ.: Έφη Κινέσα)

Η Αντιγόνη Νέτα, τώρα που την μελετά για τις ανάγκες της παράστασης, πιστεύει ότι η προγιαγιά της είχε τρομερή συναίσθηση του τι συνέβαινε γύρω της ιστορικά – στην Ελλάδα, άλλωστε, τους βρήκε ο Β΄ Παγκόσμιος και ο Εμφύλιος. «Και σε όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσε να στηρίξει την οικογένειά της και να φτιάξει ένα σπιτικό. Η Ίμερα, όμως, ο διακαής πόθος. Με τους συγγενείς τους Πόντιους και με τα παιδιά της μιλούσε μόνο ποντιακά. Με τους υπόλοιπους μόνο ελληνικά. Τουρκικά δεν μίλησε ποτέ», αναφέρει.

Αντιγόνη Νέτα: Πολύ πρόσφατα σκεφτόμουν ότι η γιαγιά μου όταν ήθελε να μας χαϊδολογήσει έλεγε «ρίζα μ’». Αυτή η αίσθηση είναι ο κεντρικός πυρήνας.

Εκτός από τον Γιάγκο, τον πρωτότοκο, και τον τελευταίο εν ζωή γιο, τον Μάνθο, που πήγε πριν από 20 χρόνια, κανένα άλλο παιδί της Αντιγόνης δεν είδε ποτέ την Ίμερα. Παρ’ όλα αυτά όλα τα παιδιά είχαν τη νοσταλγία και τον καημό της πατρίδας. «Έχει περάσει τόσο πολύ, ακόμα και εγώ το νιώθω που είμαι η δισέγγονή της. Με μεγάλη περηφάνεια λέω ότι η καταγωγή μου είναι από εκεί», τονίζει.

Μια παρακαταθήκη
Η παράσταση Η Αφήγηση της Αντιγόνης είναι μια παρακαταθήκη από μια Πόντια που γεννήθηκε λίγο προτού βγει ο 19ος αιώνας, όχι μόνο στα εγγόνια και τα δισέγγονά της αλλά και σε όλους όσοι έχουν τέτοιους δρόμους μπροστά τους. «Κουράστηκα. Δεν αντέχω άλλο τις προσφυγιές. Έρχονται ώρες που σκέπτομαι να ήταν ένας δρόμος μακρύς, ίσιος, ανάμεσα σε δέντρα, ένας δρόμος ατελείωτος, και να περπατώ, να περπατώ, να πάω να χαθώ», ακούγεται να λέει η Αντιγόνη Μαυρομματοπούλου σε εκείνες τις παλιές κασέτες.

Για τη δισέγγονή της έναυσμα υπήρξε το γεγονός ότι αυτήν τη στιγμή χιλιάδες τέτοιες ιστορίες υπάρχουν δίπλα μας. «Γίνονται αυτοί οι κύκλοι της ιστορίας και αφορούν ανθρώπους που δεν είναι νούμερα αλλά έχουν ονοματεπώνυμο. Εμένα με ενοχλεί πολύ ότι οι ανθρώπινες ιστορίες περνάνε σαν στατιστικά στοιχεία, και δεν είναι έτσι, δεν είναι ένας ακόμα αριθμός. Είναι η Αντιγόνη Μαυρομματοπούλου», εξηγεί.

«Τώρα τι κάνουμε; Ήρθαμε κατεστραμμένοι, με μωρά παιδιά, τι δουλειά να κάνεις; Τι να αρχίσεις;». Τα λόγια της Αντιγόνης Μαυρομματοπούλου γίνονται λόγια της Αντιγόνης Φρυδά.

Στη θεατρική σκηνή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης η οικογενειακή υπόθεση αποδεικνύεται οικουμενική και άχρονη, ενώ το αρχειακό υλικό που προβάλλεται στο φόντο είναι επεξεργασμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να θυμίζει την κυκλικότητα της Ιστορίας. «Δεν είναι μια χαρούμενη ιστορία, είναι το πώς αυτή η γυναίκα αντιμετώπιζε αυτό που πέρναγε. Η δυναμική του ότι θα φροντίσω την οικογένειά μου και θα πάω παρακάτω. Η αποδοχή ότι ζω μέσα σε αυτό το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο και πρέπει να επιβιώσω.

»Εγώ πιστεύω ότι ο πυρήνας της ιστορίας έχει να κάνει πολύ με τη δύναμη της γυναίκας και της μητέρας, του τι σημαίνει πατρίδα με έναν τρόπο», σημειώνει η σκηνοθέτρια, που παραδέχεται ότι έδωσε εσωτερική μάχη προκειμένου να πάρει απόσταση από την ιστορία.


Η Αντιγόνη Φρυδά στη σκηνή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης (φωτ.: Έφη Κινέσα)

Η Αντιγόνη Νέτα εντυπωσιάζεται ακόμα και σήμερα, λίγο πριν από την πρεμιέρα του έργου, με την περιέργεια που είχε η προγιαγιά της για τα πράγματα σε όλο το ταξίδι. «Δηλαδή λεπτομέρειες, ας πούμε, για τα 999 χάνια του Σαχαπάζ στην Περσία, τα οποία τα είχε χτίσει ένας Πέρσης κάθε 30 ή 50 χλμ. στο Δρόμο του Μεταξιού για να ξεκουράζονται τα καραβάνια – από αυτά πέρασε κατά τη διάρκεια ενός συνεχόμενου ταξιδιού 34 ημερών. Ή ότι περιγράφει μια Πρωτοχρονιά που πέρασαν στην Τεχεράνη, τα πιλάφια που έτρωγαν.

»Μέσα σε όλη αυτή την αναταραχή, σε όλο αυτό το ταξίδι με τα μουλάρια και κουβαλώντας τα παιδιά, με το ότι δεν υπήρχε δρόμος, η γιαγιά μάθαινε τα διάφορα που συνέβαιναν γύρω της», σημειώνει.

Στη σκηνή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης
Φιλοδοξία των συντελεστών της παράστασης είναι η ιστορία της Αντιγόνης Μαυρομματοπούλου να ταξιδέψει, όπως ταξίδεψε και εκείνη. Η αρχή γίνεται από το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης στην Αθήνα, όπου ο μονόλογος Η Αφήγηση της Αντιγόνης θα παρουσιάζεται από τις 5 Δεκεμβρίου έως τις 3 Ιανουαρίου 2017, κάθε Δευτέρα και Τρίτη.

Τη σκηνοθεσία υπογράφει η Αντιγόνη Νέτα, στο ρόλο η Αντιγόνη Φρυδά. Τη δραματουργία και την επεξεργασία του κειμένου έχει κάνει η Θεοδώρα Καπράλου, την επεξεργασία του υλικού ο Κώστας Σωτηρίου, την εικονογράφηση ο Γιώργος Ταξέρης.

—————————————————————–

  • Τις αρχειακές φωτογραφίες του άρθρου παραχώρησε στο pontos-news.gr η Αντιγόνη Νέτα.

pontos-news